Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

The Wrestler: απο τις παιδικές εμμονές στην αντιμετώπιση του θανάτου

Κάπου στα 1987 στις δικάναλες τηλεοράσεις μας άρχισαν να εκπέμπουν κάτι περίεργα κανάλια με το όνομα Super Channel το ένα και Eurosport to άλλο. Το πρώτο πρόσφερε κάτι που μόνο 1 ωρίτσα την εβδομάδα είχες τότε τη δυνατότητα να απολαύσεις απο το κρατικό κανάλι και το θρυλικό "μουσικόραμα", πολλά video clips. Εκεί έμαθα τους Guns and Roses με τα ατελείωτα παιξίματα του Paradise City, εκεί και τον Rick Astley και όλους τους άλλους μετά-Duran Duran φλώρους. Το Super Channel ήταν παράδεισος για ένα εννιάχρονο παιδάκι που αργότερα θα αναπολούσε την ισχνή αλλά σίγουρα αισθητή έπειτα απο χρόνια μυρωδιά των 80s. Θυμάμαι και μια εκπομπή που αφορούσε αποκλειστικά hard rock συγκροτήματα της εποχής, The Ratt, Lizzy Borden, Motley Crue και άλλες τέτοιες αμερικανιές. Τότε για πρώτη φορά πήρα χαρτί και μολύβι και άρχισα να σημειώνω τις μπάντες που μάθαινα. Ήθελα να μάθω όλες τις μπάντες του κόσμου και νόμιζα οτι ήταν εύκολο και γρήγορο, δεδομένου ότι οι Scorpions ήταν το καλύτερο μου γκρουπ και πόσοι άλλοι να ήταν σαν αυτούς, σίγουρα πολύ λίγοι.
Το Eurosport τώρα είναι πασίγνωστο για τους αγώνες γκολφ, φορμουλας, τένις (νομίζω τώρα) αλλά στα 80s ήταν για τους αγώνες Catch. Πήραμε γρήγορα τη μυρωδιά γενικότερου στησίματος αλλά για κάμποσο καιρό οι Hulk Hogan, The Big Boss Man (τι loser ε;)ψ και Ultimate Warrior ήταν οι ήρωες που αγαπάγαμε ή μισούσαμε. Κάθε παιδί τότε ταυτίστηκε εν μέρει με αυτούς τους εντυπωσιακούς τύπους.
Η νέα ταινία του Αρονόφσκι πραγματεύεται τη φανταστική ζωή ενός απο αυτούς τους ήρωες και αποτελεί μια τέλεια μίξη των δύο παραπάνω τηλεοπτικών εμπειριών που ζήσαμε εξ'αποστάσεως στη χώρα μας. Μόνο που εδώ ο ρεαλισμός του σκηνοθέτη ζωντανεύει αυτή την πλευρά της δεκαετίας του 80, δίνοντάς της το κατάλληλο μερίδιο μύθου και τραγικότητας. Ο μύθος που έχτισε ο παλαιστής ήταν ένας μικρός μύθος με τον οποίο μεγαλώσαμε κι εμείς, ήταν μια απο τις πρώτες αισθητικές επαφές μας με το αμερικάνικο όνειρο, που κάθε γενιά των τελευταίων δεκαετιών έχει την ευκαιρία να ζήσει. Η τελική του κατάληξη απο την άλλη πλευρά αποτελεί αντικείμενο προσωπικής ερμηνείας του καθενός. Η κλίμακα κριτικής προσέγγισης έχει όμως τα εξής δύο άκρα: απο τη μία ο θάνατος του μύθου και το τέλος της ψευδαίσθησης του ονείρου με το θάνατο του πρωταγωνιστή, και απο την άλλη η χρήση του μύθου για το ξεπέρασμα των πιο βαθιών υπαρξιακών φόβων του.
Ο παλαίμαχος παλαιστής δεν είναι αμετανόητος, η εξομολόγηση στην παραμελημένη κόρη του (η οποία έχει αναρτήσει αφίσα Vampire Weekend στο δωμάτιό της) το πιστοποιεί αυτό. Κουβαλά όμως τα γεγονότα που έδωσαν νόημα στη ζωή του όταν ήταν πρωταθλητής, δόξα, σεξ και παρτυ ροκ μουσική, την επιτομή των αμερικάνικων 80s. Αυτό το άρωμα μεταδίδουν και τα, αναχρονιστικά αν δεν μεσολαβούσε η προβολή της ταινίας, tracks που αποτελούν το original soundtrack. Cinderella, The Ratt, Quiet Riot, Scorpions, Accept είναι μερικά απο τα δείγματα που μέσα στην ταινία χώνονται πολύ επιτυχημένα και αναδίδουν μια νοσταλγία για αυτή την μυθική εποχή. Μια εποχή που ορόσημό της αποτελεί η μαζική επιτυχία των Back in Black στα τέλη των 70s, των Bon Jovi στα 1985 περίπου και αποκορύφωμα της το Appetite for Destruction to 87. Το πρώτο για το γνήσιο rock 'n roll πάρτυ feeling, το δεύτερο για την γκλαμουριά και το τρίτο για την αλητεία. "Ύστερα ήρθε ο Cobain και τα χάλασε όλα", δια στόματος Ram Jam, βάζοντας ουσιαστικά ταφόπλακα στο σύνολο του hard rock.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου