Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

THE HORRORS - V


THE HORRORS - V
Προσπέρασα στα γρήγορα τους Horrors του Strange House στα 2007 ως άλλη μία garage punk μπάντα από τις πολλές που έβγαιναν ακόμα εκείνη την περίοδο στην Μεγάλη Βρετανία. Καραγουστάρισα  τους Horrors του Primary Colors δύο χρόνια αργότερα, ως μία εντυπωσιακή επάνοδο του goth rock. Ψιλοξενέρωσα δύο χρόνια μετά αφού το Skying μου ακούστηκε άχρωμο και αδύναμο σε σχέση με τον προκάτοχό του. Γι’ αυτό το λόγο απόφυγα την επαφή με το Luminous το 2014 όσο και αν τα διεθνή μέσα συνέχιζαν να τους σπρώχνουν. Στο Plissken 2015 τους αντιπάθησα κανονικά αφού δεν ακούγονταν καθόλου στα καλά τους (νταξ, στο άλλο stage θα έπαιζαν οι Trail of Dead οπότε και να τους συμπαθούσα δε θα έκανε μεγάλη διαφορά εκείνη τη νύχτα). Φτάνει λοιπόν το 2017 και το V, το πέμπτο άλμπουμ των Horrors, ήδη να θεωρείται από μερικούς κριτικούς δίσκος της χρονιάς για τη Μεγάλη Βρετανία. Αναρωτιέμαι αν είμαστε στα καλά μας και τολμώ την ακρόαση, η οποία εν πρώτης όψεως όντως φαίνεται ενδιαφέρουσα. Στη συνέχεια, τη δεύτερη φορά, αρχίζεις και ξεχωρίζεις ωραίες μελωδίες και ήχους από δω και από κει και από την τρίτη και μετά τα τραγούδια αρχίζουν να σχηματίζονται, να αποκτούν αυθύπαρκτη υπόσταση και σιγά σιγά να κατακτούν έναν όχι και τόσο μικρό χώρο μέσα σου. 
Σίγουρα το hype σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σε παραπλανήσει. Ακούς τη μεγάλη παραγωγή του Paul Epworth και τα dance στοιχεία και αναρωτιέσαι αν πρόκειται περί μιας ωραίας πελώριας φούσκας εντυπωσιασμού, γεμάτης σοφιστικέ ηλεκτρονικά τεχνάσματα που είναι προορισμένη να σκάσει στα μούτρα μιας νεολαίας απεγνωσμένης για γρήγορη κατανάλωση και εύκολο εντυπωσιασμό (βλέπε Coldplay, Killers, κλπ.). Αν αφήσουμε όμως το οποιοδήποτε hype στην άκρη, όπως και τις προκαταλήψεις μας σχετικά με το τι ακούσαμε από τους Horrors μέχρι σήμερα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι πετυχαίνουν κάτι αρκετά δύσκολο στις μέρες μας. Και τούτο είναι να ακούγονται προσιτοί , μοντέρνοι και χορευτικοί από τη μία και μυστηριακοί, ευφάνταστοι και ευαίσθητοι από την άλλη. 
Εκείνο που κάνει το V έναν πολύ καλό δίσκο για τους Horrors είναι ότι συνδυάζουν ότι έχουν κάνει στο παρελθόν (εκτός από το garage), παραδίδοντας ταυτόχρονα και ένα σύνολο ωραίων τραγουδιών, κάτι που έλειπε από τους δύο προκατόχους του, αλλά και από την σύγχρονη βρετανική σκηνή γενικότερα. Ατμοσφαιρικές ενορχηστρώσεις, χορευτικός ρυθμός, αιθέριες αιωρήσεις, βιομηχανικά ξεσπάσματα, εκκωφαντικά σύνθια, όλα αυτά πλέκονται γύρω από καλοδουλεμένα κουπλέ και ρεφραίν, ώστε να καταλήγουν σε ολοκληρωμένα ποπ τραγούδια που δεν ξεκολλάνε εύκολα  από το μυαλό σου.
Ξεκινώντας από το πρώτο single Machine, με τις χειμαρρώδεις glam goth γραμμές  και συνεχίζοντας στο shoegaze-ζον World Below με τους industrial παροξυσμούς να οδηγούν στο λυτρωτικό ρεφραίν διαμέσου αμέτρητων μπλιμπλικιών, έχουμε τις πιο ροκ στιγμές του V. Αργόσυρτα έπη που εκρήγνυνται σε ηφαίστεια συνθιών σαν το εναρκτήριο Hollogram, το Ghost και την σπαρακτική μπαλάντα Weighed Down αποτελούν τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές. Στο Press Enter to Exit και το Gathering ακούμε κλασική βρετανική ποπ γραφή, από μαζικό Ian Brown  μέχρι προσιτούς Porcupine Tree. Και τέλος στο Point of No Entry και το Something To Remember Me By αποθεώνονται τα dancefloors και εμπλουτίζονται τα βρετανικά charts αλλά και οι καθημερινές μας συναντήσεις με ωραία τραγούδια για να γιορτάζουμε το παρόν και να μνημονεύουμε στο μέλλον.
Και εν τέλει αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του πέμπτου άλμπουμ των The Horrors. Ότι είναι ένας δίσκος που τον ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς βαρεμάρα, τραγουδώντας τα ρεφραίν του και επανακτώντας την πίστη σου στο ότι το μαζικό ροκ μπορεί ακόμα να είναι και ποιοτικό.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

RIDE – WEATHER DIARIES

Eπιστροφή φέτος για τους Ride, ένα από τα εμβληματικότερα γκρουπ της βρετανικής κιθαριστικής μουσικής της δεκαετίας του 90, που μετά τους My Bloody Valentine προ 4 ετών και τους Slowdive φέτος (αν θέλετε συμπεριλαμβάνετε και τους The Jesus and Mary Chain) σηματοδοτεί το comeback της εμπροσθοφυλακής του shoegaze ιδιώματος, που με τη σειρά του τα τελευταία χρόνια γνωρίζει νέα άνθηση στον ανεξάρτητο ήχο. Είναι αλήθεια ότι οι τελευταίου δίσκοι των MBV και Slowdive έθεσαν ψηλά τον πήχη όσον αφορά τις προσδοκίες για το νέο πόνημα των Ride που τιτλοφορείται Weather Diaries. Υπάρχει ωστόσο μια τάση να συγκρίνει κανείς τη δουλειά μιας παλιάς μπάντας που επιστρέφει δυναμικά όχι με το τι έκανε στο παρελθόν αλλά με το πώς ακούγεται σήμερα με αντικειμενικό κριτήριο εν προκειμένου το πόσο θορυβώδες, ομιχλώδες και ζοφερό είναι το shoegaze που παράγει. Λες και οι Ride υπήρξαν ποτέ ένα αμιγώς shoegaze σχήμα.


Πιότερο ήταν μία καθαρόαιμη κιθαριστική indie rock μπάντα που στα μέσα των 90ς έπεσε στην παγίδα της brit pop και έφαγε τα μούτρα της. Οι κρυστάλλινες κιθαριές που χαρακτήρισαν κυρίως τους πρώτους δύο δίσκους τους πάντα υπηρετούσαν τη μελωδικότητα, ποτέ δεν επισκίαζαν τις καθάριες φωνές των Andy Bell  και Mark Gardener ποτέ σπάνια χάνονταν πίσω από ζοφερές ψυχεδελικές ατμόσφαιρες για να τις ονομάσουμε shoegaze και να ξεμπερδέψουμε μια και καλή. Γι’ αυτό το λόγο, όπως οι προαναφερθείσες μπάντες τιμούν αυτό που ξέρουν καλά να κάνουν, έτσι και οι Ride ξαναπιάνουν το νήμα της δισκογραφίας και μας προσφέρουν ένα δίσκο σαφώς ανώτερο από τους δύο τελευταίους που κυκλοφόρησαν στα μέσα των 90ς πριν και διαλυθούν.

Οι καιροί άλλαξαν και οι δύο ιθύνοντες της μπάντας ωρίμασαν πια για να τσακώνονται ποιανού τα τραγούδια θα μπουν στο δίσκο και με ποια σειρά. Έρχονται και αυτοί για να επιβεβαιώσουν πολλάκις το γεγονός ότι οι παλιές μπάντες επιστρέφουν όχι μόνο για να βγάλουν φράγκα τώρα που τελείωσαν εκείνα που έβγαλαν τις καλές μέρες αλλά γιατί έχουν κάτι καινούριο να μας πουν. Μας παραδίδουν λοιπόν ένα σύνολο τραγουδιών που χωρίς να επιδιώκουν όλα να σου χαράξουν χαμόγελο χαράς και ενθουσιασμού στο πρόσωπο, αποτελούν στην πλειοψηφία τους ένα πολύ καλό συναπάντημα. 

Τα δύο πρώτα singles που μας συστήθηκαν (All I Want, Charm Assault) δεν δημιούργησαν τον ενθουσιασμό που οι ζωντανές εμφανίσεις των Ride υπόσχονταν, θυμίζοντας παλιούς The Who αλλά και νεότερες μπάντες όπως οι Diiv, (με τους οποίους μάλιστα πραγματοποίησαν κοινές εμφανίσεις) και γι’αυτό ίσως ξένισαν κάποιους hipster shoegazers που ίσως περίμεναν κάτι πιο ομιχλώδες και βελούδινο. Παρόλα αυτά σαν συνθέσεις στέκονται αξιοπρεπώς στις brit rock προδιαγραφές της μπάντας και μαζί με το εναρκτήριο Lannoy Point και το Lateral Alice αποτελούν τις πιο στρωτές και ευθείς συνθέσεις του Weather Diaries. Πιο κοντά στο αιθέριο και ονειρικό ύφος έρχεται το Cali που είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ οι Ride. Με διάρκεια κοντά στα 7 λεπτά υπηρετεί άψογα αυτό που τους έκανε ξεχωριστούς στο παρελθόν, κρυστάλλινα διπλά φωνητικά, σφριγηλός ρυθμός και παραισθησιογόνες κιθαριστικές κορυφώσεις για το τελείωμα.  Οι Pink Floyd έχουν την τιμητική τους στο Home is a Feeling (προσωπικό αγαπημένο) όπου αργόσυρτα παγωμένα beats συναντούν αιθέρια φωνητικά πάνω σε μία απλούστατη αλλά πανέμορφη ταξιδιάρικη μελωδία. Το Rocket Silver Symphony ξεχωρίζει επίσης με το γρήγορο και άκοπο κουπλέ του να οδηγεί αβίαστα σε ένα γηπεδικό ρεφραίν. Θα μπορούσε να είναι άλλος brit pop ύμνος από τους πολλούς που έβγαιναν 20 χρόνια πριν αλλά σήμερα ψάχνουμε με κόπο στα βρετανικά charts να βρούμε ένα-δυό της προκοπής. Στα υπόλοιπα του Weather Diaries θα συναντήσουμε και υποτονικές σχετικά στιγμές, όπως τα Impermanence και White Sands που κλείνουν το άλμπουμ, που ανάλογα με τις διαθέσεις είτε θα τα βαρεθείς είτε θα σε ξεκουράσουν ευχάριστα μετά από το ντελίριο του Kali.

Έτσι η επιστροφή των Ride, χωρίς να αποτελεί ένα μέγιστο γεγονός, έχει την ομορφιά της. Οι οπαδοί τους και γενικά οι φίλοι των βρετανικών 90s θα βρουν αρκετές στιγμές να αγαλλιάσουν. Oι die hard shoegazers θα πάρουν μαζί τους 2-3 κομμάτια και από κει και πέρα όλοι ζούνε με την ελπίδα να τους δούμε ζωντανά και στη χώρα μας. Αμήν και πότε!


Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

GRANDADDY - LAST PLACE


Επιστροφή φέτος για μία αμερικάνικη μπάντα που σημάδεψε τον εναλλακτικό ροκ ήχο των προηγούμενων 2 δεκαετιών. Ο λόγος για τους Grandaddy που στους νεότερους που παρακολουθούν τη διεθνή εναλλακτική σκηνή ίσως και να μη λένε τίποτα. Εκείνοι όμως που μεγάλωσαν στα 90s και άκουσαν το The Crystal Lake όταν η μπάντα ήταν το next big thing του αμερικανικού indie rock τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία για αυτούς. Τελικά οι Grandaddy δεν έμελε να γίνουν μεγάλοι και τρανοί και μετά από 4 άλμπουμ μεταξύ των ετών 1997 και 2006, αποφάσισαν να το διαλύσουν. Τα τελευταία χρόνια όμως κάποια δύναμη αποφάσισε να βγάλει τον Jason Lytle (βασικό συνθέτη και ιθύνων νου της μπάντας) από τη δίνη του αλκοόλ και των ναρκωτικών για να ξαναπιάσουν όλοι μαζί τα όργανα. Το αποτέλεσμα αυτής της επανασύνδεσης είναι το πέμπτο και αναπάντεχα καλό άλμπουμ των Grandaddy.

Όχι ότι ο Lytle τα είχε παρατήσει στο μεταξύ. Κυκλοφόρησε με το όνομά του δύο δίσκους που έκαναν γενικά καλή εντύπωση και δεν έδωσε κανείς πολύ σημασία στη διάλυση της πρώην μπάντας του. Οι μελωδίες, η ελαφρώς σπαρακτική φωνή και οι αργόσυρτες αλλά γεμάτες ένταση συνθέσεις ήταν εκεί. Χρειαζόταν κανείς συνεπώς τους ξεχασμένους Grandaddy εν έτει 2017; Μα οι ίδιοι οι οπαδοί των Grandaddy που αγαπάνε τόσο τον ταλαιπωρημένο slacker Lytle ώστε να βλέπουν ότι χωρίς την μπάντα του έχανε σε δυναμισμό, αισιοδοξία, εξωστρέφεια, χιούμορ. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε ότι αντίθετα με εκείνο που προσδοκούσε, η επανασύνδεση λειτούργησε ευεργετικά γι'αυτόν και τη μπάντα.

Έτσι λοιπόν μας παραδίδονται 12 νέες μικρές γλυκόπικρες ιστορίες, από τις πιο συμπαθητικές που μας έχουν προσφέρει οι Grandaddy μέχρι σήμερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα στον ήχο-σήμα κατατεθέν της μπάντας. Αναλογικά αρμόνια, υπόκωφος θόρυβος, νοσταλγικές μελωδίες, ηλεκτρονικά γεμίσματα και ονειρικές ενορχηστρώσεις δημιουργούν μια χορωδία της οποίας οι συνθέσεις οδηγούν σε συγκινητικές κορυφώσεις. Τα κιθαριστικά ξεσπάσματα του παρελθόντος έχουν καταλαγιάσει ελαφρώς αλλά ποτέ δεν ήταν και αυτοσκοπός γι'αυτούς. Φυσικά το προίκισμα του Lytle να μιλάει για καταστροφές και απογοητεύσεις με την πιο ήπια ειρωνεία που μπορεί να διαθέσει άνθρωπος, είναι και αυτό παρόν. Και γενικά το μοτίβο «οι Pink Floyd εναλλάσσονται με τους Pixies” όχι μόνο λειτουργεί ακόμα αλλά αποδίδει και νέους καρπούς.

Οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του άλμπουμ βρίσκονται στο ξεκίνημα με τα κατά σειρά Way We Won't, Brush with the Wild και Evermore να δίνουν έναν φρέσκο αέρα και να αφήνουν ένα χαμόγελο ικανοποίησης για αυτή την επιστροφή. Αμεσότητα και ωριμότητα χαρακτηρίζουν το The Boat is in the Barn καθώς και την αλά Elliot Smith μπαλάντα Songbird Song. Στα εντυπωσιακά κομμάτια του Last Place συγκαταλέγονται επίσης το εξάλεπτο Α Lost Machine με την κλιμακωτή κορύφωση στο τέλος να θυμίζει όμορφες στιγμές του παρελθόντος (βλέπε Yeah, is what we had), το uptempo Check Injin που δίνει ταχύτητα την κατάλληλη στιγμή και το This is the Part με τη γλυκιά του μελαγχολία.

Τελικά, ακρόαση την ακρόαση διαπιστώνεις ότι κάθε τραγούδι γίνεται κτήμα σου και ότι είχες καιρό να το πάθεις αυτό με έναν indie rock δίσκο με αέρα 90s. Διαπιστώνεις επίσης ότι έχεις μπροστά σου ένα από τους καλύτερους δίσκους των Grandaddy, όχι ότι έβγαλαν και ποτέ μέτριο δίσκο. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αφήνεις τις αυστηρές κρίσεις και τις συγκρίσεις, βάζεις το Last Place να παίξει και ταξιδεύεις στα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία του εαυτού σου με συμπάθεια, ελαφριά θλίψη και χαμόγελο ικανοποίησης για όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Smiths αυτοβιογραφία

Δεν είχε ξημερώσει, έβρεχε και εμείς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο. Τα ηχεία έπαιζαν Smiths σε διασκευές, όχι σε αδιάφορη ένταση. Πηγαίναμε όλοι στις δουλειές μας, 40ρηδες πάνω κάτω. Κάπου κάπου σιωπή και από πίσω το Sheila Take A A Bow, όχι από τα αγαπημένα μου κομμάτια τους μέχρι εκείνο το πρωί. Η οδηγός που είχε επιλέξει τη μουσική υπόκρουση συνομιλούσε με τον διπλανό της. Της μιλούσε για όπλα και για πόλεμο. Εκείνη φάνηκε να θέλει να επικεντρωθεί στη μουσική. Όπως εγώ που σκεφτόμουν πόσο καιρό έχω να ακούσω Smiths, πόσα πράγματα που θυμίζουν, τι σημαίνουν για μένα. Όμως πίσω από αυτές τις σκέψεις κάτι άλλο ήθελε να εκφραστεί, να διατυπωθεί, αλλά δυσκολευόταν. «Τα φώτα πολέμου δεν τα βλέπεις από μακριά, είναι έτσι ο μηχανισμός φτιαγμένος ώστε να κοιτάζουν κάτω, όχι μακριά, ίσα για να βλέπεις την επόμενη λακκούβα και να την αποφεύγεις».
Η γλώσσα βιάζεται να το ονομάσει, λέγεται νοσταλγία για το παρελθόν, θλίψη για την απώλειά αυτού, γλυκύτητα για την αναθύμηση της ομορφιάς του. Θυμάμαι εκείνο το παρελθόν, είχε έντονο ναρκισσισμό χορεύοντας το Bigmouth με τεντωμένα χέρια και χοροπηδώντας σε κάθε πόδι ξεχωριστά στο Mosquito, είχε σχολική μοναξιά ακούγοντας σιγανά το μεσημέρι πριν το φροντιστήριο το Girl Afraid για να μην ξυπνήσουν οι δικοί μου, είχε προσμονή για κάτι όμορφο στα απογευματινά φώτα του σαλονιού-δωματίου μου με το There is A light That Never Goes Out, θυμό στο Shakespeare’s Sister, αποκάλυψη μεγαλείου εφάμιλλου του να διαβάζεις τον Ντόριαν Γκρέυ ή τον Όθελλο στο Half A Person και πάει λέγοντας. «Σε κατάσταση εφόδου δεν υπάρχει επιλογή, ή θα εκτελέσεις τον στόχο ή θα σε φάνε, μπαμ, μπαμ, μπαμ και τελείωσες»
Είχε μοναξιά ρε πούστη μου. Μοναξιά και ναρκισσισμό γιατί αυτά τα δύο πολύ ωραία μπορούν να ταιριάξουν όταν είσαι μικρός και τρελαίνεσαι να επικοινωνήσεις με τους άλλους μέσω της μουσικής. Ναι, τότε όλα ήταν αγωνιώδη, η προσμονή δούλευε στο ρελαντί αλλά δεν έβαζε ποτέ πάνω από Τρίτη. Φοβόταν την συντριβή. Έτσι έμενε στη θέαση της ομορφιάς μόνο, ποτέ στο κάψιμο από το άγγιγμά της. Ο φόβος τότε μπορούσε να σε κάνει να αμυνθείς μέσω της συσσώρευσης πολλής μουσικής. Ή αλλιώς άκουγα για να πάρω έμπνευση, να παραμείνω όμορφος και να περιμένω την πριγκιπέσσα που θα με απελευθερώσει από τη μοναξιά. Ο ρομαντισμός στο φουλ. «Έτσι είχε γίνει με τη βύθιση εκείνου του πλοίου. Οι μαλάκες είχαν φώτα πολέμου και οι άλλοι πυροβόλησαν και το βύθισαν. Τσάμπα νεκροί, δε γινόταν αλλιώς όμως».
Ένα πρωί προς τον Πύργο αναλογίζομαι που είναι κρυμμένος, πόσο εκλογισκευμένος, πόσο λιγότερο απειλητικός είναι τώρα πια. Χαίρομαι και δε χαίρομαι. Μεγάλωσα και μαζί και οι μουσικές που επιμένουν να μου λένε ότι κάποτε ονειρεύτηκες, φοβήθηκες, αψήφησες, τόλμησες και έφαγες τα μούτρα σου και πόνεσες και ανασηκώθηκες και έγινες πιο μεγάλος. «Τι αγγλούρια κλαψομούνικα είναι αυτά, εγώ προτιμώ αμερικανιές, country, μπύρες και σεξ».
Όπλα και Smiths. Μέρα και νύχτα, παρόν και παρελθόν, αντιθέσεις, αναπόληση εναντίον επιφυλακής, ονειροπόληση απέναντι στην τρομακτική αλήθεια. Morrissey και Axl Rose. Ποτέ δε μου άρεσαν τα όπλα αλλά ο ναρκισσισμός τους, ο πιο ανώφελος και επικίνδυνος από όλους, κέρδισε. Τότε όμως είχε ξημερώσει τελείως και αυτή η ονειροπόληση έφτανε στο τέλος της σχεδόν.