Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

ST. VINCENT - ST. VINCENT


ST. VINCENT – St. Vincent

Η ιδέα να γράψω ένα κείμενο αφιερωμένο στο νέο δίσκο της St. Vincent (Annie Clark το κανονικό της όνομα) πέρασε από το μυαλό μου όταν άρχισαν να σχηματίζονται στο νου μου διάφορες εκφράσεις – χαρακτηρισμοί του είδους «πραγματική εναλλακτική ποπ» ή «η δυσκολία του ταμπελιστή (αυτού που βάζει εύκολα ταμπέλες στα διάφορα είδη της μουσικής) ή «ερμαφροδιτισμός και ευαισθησία» ή ακόμα «δεξιοτεχνικές ακροβασίες από το ένα είδος της σύγχρονης ποπ στο άλλο» και άλλα τέτοια λεκτικά σχήματα. Σχήματα που όσο δύσκολο είναι να γίνουν κατανοητά εξαρχής, άλλο τόσο παρακινδυνευμένο είναι να εξηγηθούν με βάση τη μουσική που υπάρχει στο 4ο ομώνυμο άλμπουμ της αμερικανής καλλιτέχνιδας. Πόσο μάλλον όταν ο γραφών δεν συνδέεται τόσο ακουστικά και βιωματικά με τις συγκεκριμένες «μοντέρνες» τάσεις της ποπ. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η δυσκολία της περιγραφής είναι που τον εξιτάρει να βρει τις λέξεις που να περιγράφουν τα γεφυρώματα που επιχειρεί η St. Vincent σε όλες τις τάσεις της σύγχρονης ποπ έτσι ώστε να παραδίδει ένα προοδευτικό άλμπουμ τόσο άμεσο (sic) στον ακροατή όσο ένα Ege Bamyasi, ένα Heroes ή ακόμα και ένα Reflektor.   

 
Το bio της St. Vincent άνετα την κατατάσσει στις ντίβες της σύγχρονης ποπ. Από μέλος της κολλεκτίβας των Polyphonic Spree σε περιοδεύον μέλλον της μπάντας του Sufjan Stevens στην μετά Illinoise εποχή. Από συνεργασίες με Bon Iver και David Byrne (με τον οποίο κυκλοφόρησε μαζί κανονικό άλμπουμ το 2012 με τίτλο Love This Giant) στο άνοιγμα συναυλιών για τους Arcade Fire και στην συμμετοχή της ως frontwoman των Nirvana για το live της εισόδου τους στο Rockn roll Hall of Fame. Από την ελπιδοφόρα αρχή του Marry Me το 2007 στην καθολική αποδοχή του Strange Mercy του 2011 και σήμερα στον πιο ολοκληρωμένο δίσκο της καριέρας της. Αυτό βέβαια και πολλά ακόμα μπορεί κανείς να το διαβάσει στα έγκριτα μουσικά μέσα ενημέρωσης αλλά μπορεί να το ακούσει κιόλας στο St. Vincent.

Να ακούσει πως η αμερικανή καλλιτέχνιδα έχει λειάνει τις κοφτερές άκρες των κιθαριστικών ξεσπασμάτων της και τα έχει μετατρέψει σε εύγεστα παιχνιδίσματα. Έχει δώσει περισσότερο χώρο στο χορευτικό ρυθμό δίχως να γίνεται πεζή αφού αυτός συνοδεύεται από φωνητικά, κιθαριστικά και ηλεκτρονικά ρυθμικά παιχνιδίσματα που δίνουν απόλυτο νόημα στον χαρακτηρισμό tribal. Από το ξεκίνημα ήδη με το Rattlesnake και το Birth in Reverse η ρυθμολογική εξωστρέφεια σε κάνει να κουνιέσαι μεν στο ρυθμό να προσπαθείς δε να εκφράσεις με κινήσεις τις μουσικές λέξεις που «ξεστομίζει» η St. Vincent. Και εδώ είναι που μπορεί κανείς να παγιδευτεί από το ύφος της μουσικής αυτής μιας και απαιτεί τη συγκέντρωσή του ακροατή. Δεν είναι εύκολο αυτό που ακούς, δεν χορεύεται όπως τα άλλα. Μπορεί να το απορρίψεις εξαρχής μάλιστα κάτι που δε γινόταν τόσο δύσκολα στο Strange Mercy του 2011.

Αυτό όμως που κάνει η μουσικός στο νέο της άλμπουμ είναι να μην κουράζει με τις εμμονές της. Και πρώτα από όλους τον ίδιο της τον εαυτό. Γι’αυτό ο δίσκος ακούγεται τόσο δικός της όσο και δικός σου προκαλώντας μια ταύτιση που είναι ένα από τα ζητούμενα για τη δημιουργία ενός καλού ποπ δίσκου. Έτσι στη συνέχεια προσφέρει το υπέροχο Prince Johnny που φωνητικά φτάνει στην αμεσότητα και την καθαρότητα μιας Chrissie Hynde. Το Digital Witness (το πρώτο single) που αποτελεί και το πιο ραδιοφωνικό κομμάτι του άλμπουμ με το κολλητικό ρεφραίν (ναι, υπάρχουν μπόλικα τέτοια μέσα εδώ). Το I Prefer Your Love, που σε έναν δίκαιο κόσμο θα ήταν το απόλυτο ερωτικό χιτάκι του καλοκαιριού.

Δε λείπουν βέβαια και οι «στριφνές» στιγμές που αποτελούν το κερασάκι της γοητείας στο γλυκό της St. Vincent. Άκου στο Huey Newton πως η ηρεμία διαδέχεται βαθμιαία τη θύελλα στο πιο προοδευτικό κομμάτι του δίσκου.  Άκου και στο Bring Me your Loves τα ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια να συνομιλούν με τα ζωηρά διπλά φωνητικά σε μια ψυχεδελική γλώσσα που ομιλείται μάλλον σε κάποιον άλλο πλανήτη.

Στιχουργικά, τα τραγούδια φλερτάρουν με το διφορούμενο, όπως ακριβώς δηλαδή και η μουσική. Θέματα που φαινομενικά διαπραγματεύονται όπως ο έρωτας, η απώλεια, η μετάνοια, ο θυμός, η τρέλα, εκφράζονται μέσα από περιγραφές φανταστικών εικόνων και εμπειριών παρά πραγματικών περιστατικών. Η αποκωδικοποίηση δεν είναι πάντα εύκολη σε αυτές τις περιπτώσεις αλλά η τραγουδοποιΐα της St. Vincent σε κάνει να νιώθεις περισσότερο παρά να καταλαβαίνεις τους στίχους. Και αυτό είναι ένα ατού καθώς η καλλιτέχνης σε πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεών της και εσύ απλά επαναλαμβάνεις το ρεφραίν ψιθυριστά ή και δυνατά καθώς περπατάς αμέριμνος στο δρόμο.

Η St. Vincent μπορεί να παίζει θορυβώδεις κιθάρες και ταυτόχρονα να εξυμνεί το electro συνεχίζοντας αυτό που έκαναν οι Garbage στο ντεμπούτο τους ή οι Smashing Pumpkins στο Adore. Μπορεί να συνεχίζει την τραγουδιστική παράδοση των Kate Bush και Tori Amos πάνω όμως σε εντελώς μοντέρνες εκφραστικές βάσεις. Μπορεί να έχει αφομοιώσει τις tribal αρετές του David Byrne, τα ξεχαρβαλωμένα συνθεσάιζερ του Peter Cabriel και τις ατμόσφαιρες του Bowie χωρίς να κρατά ως ευαγγέλιο κανέναν δίσκο των προαναφερθέντων. Συμπερασματικά η St. Vincent καταφέρνει να συνδυάσει αλλόκοτους ρυθμούς και ωραίες μελωδίες ώστε να είναι εναλλακτική και προσιτή ταυτόχρονα.



Δημοσιεύτηκε στο www.presspop.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου