Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Εξομολόγηση


Τραγούδια μιας εποχής, ελαφρά, αισθηματικά, γλυκανάλατα, χαζοχαρούμενα, πριν τα μπουζούκια πάρουν το πάνω χέρι ξανά, πριν κλείσουν και οι τελευταίες disco και η τηλεοπτική trash γκλαμουριά βάψει με ευτέλεια τα πιο αθώα εφηβικά συναισθήματα.

Τότε τελείωνα το γυμνάσιο και είχα γίνει ροκάς. Τα προηγούμενα χρόνια ήμουν μεταλλάς. Η Γ’ γυμνασίου ήταν ωραία, ήμουν μεγάλος, πήγαινα σε πάρτι σε σπίτια και σε κλαμπίδια, έπαιρνα τους λιγοστούς μου δίσκους και έβαζα τις ροκιές που αναλογούσαν. Ερωτευόμουν από απόσταση, στο μυαλό, έκανα φιλίες με κοπέλες για πρώτη φορά, χορεύαμε ασταμάτητα.
Ήμουν επιδεικτικός μέσα στην ντροπαλότητά μου, ηδονιστής μέσα στα κόμπλεξ, ατομιστής συναισθηματικά και γι’αυτό αναγκαστικά μοναχικός στην καρδιά. Η αδερφή μου το αντίθετο. Για εκείνη αγόρασε κάποιος το κόκκινο βινύλιο που έμελε να γίνει ο ύμνος του έρωτά τους. Κόκκινο, τι ειρωνεία. Όσοι ζούσαμε γύρω από αυτόν τον έρωτα παίρναμε τις μυρωδιές του πάθους, της αγωνίας, της απογοήτευσης, της τρέλας. Όλα αυτά τα αληθινά συναισθήματα για εκείνην (ταύρος γαρ) που για μένα ήταν στη φαντασία και τα ζούσα μόνο σα μάρτυρας αυτής της σχέσης. Τότε ανάπτυξα τις εναλλακτικές μου τάσεις.

Η πραγματικότητα ως βίωμα εσωτερικό του κύκλου της ζωής, μιας ζωής που ξεκινά με τον έρωτα εξοβελίστηκε σε μια σφαίρα φαντασιακής ανεκπλήρωτης χώρας. Υπήρχε αλλά σαν αίσθηση εκεί έξω, όχι σαν συναίσθημα εδώ μέσα. Στο Λύκειο αυτό εμπεδώθηκε. Άλλο σχολείο, άλλοι άνθρωποι, άλλοι φίλοι, προετοιμασία για πανελλήνιες.

Ακούγαμε και χορεύαμε rave και breakbeat που ήταν στη μόδα. Μετά ροκιές και μετά ελληνικά ποπ, Ρακιντζή, Μπίγαλη, Κορκολή και αυτούς. Όλα αυτά γίνονταν στο ενδιάμεσο μετά το ξεπέρασμα των Manowar και το καθοριστικό ραντεβού με το SIAMESE DREAM. Είχε ξυπνήσει ο εφηβικός έρωτας, το ανεκπλήρωτο εκείνο συναίσθημα που ακόμα με πονάει και με κάνει να κλαίω 20 χρόνια μετά ακούγοντας τα τραγούδια που κορόιδευα τότε κι ας μου άρεσαν. Μετά τα μεσάνυχτα, στο δωμάτιο με το laptop και τα ακουστικά στο you tube να παίζει η εξομολόγηση.
Τότε ξανάρχονται όλες οι θύμησες, αληθινές ή φτιαχτές του χρόνου. Οι κοπέλες που δεν τα έριξα, τα τραγούδια που έβρισα, χόρεψα, χτυπήθηκα, οι φίλοι που μοιραστήκαμε την υποψία του μεγαλείου και την απώλεια του ονείρου που την ονομάσαμε βαρεμάρα. Θυμάμαι εκείνον τον ταύρο που προχώρησε με πάθος μπροστά παρασύροντας τα πάντα, καταστράφηκε και ανασηκώθηκε καμπόσες φορές, θυμάμαι τον άλλον ταύρο που από πρωταγωνιστής στην καθημερινή ερωτική σειρά που παρακολουθούσα να εκτυλίσσεται με studio το ίδιο το σπιτικό μας, εξαφανίστηκε σα να τον κατάπιε η γη για να μην τον δουν να καταστρέφεται από τα δικά του πάθη. Θυμάμαι και κάποιον άλλον παλιό ταύρο που μικρός ήξερε να τραγουδά από την καρδιά του αλλά το εφηβικό του σθένος σιώπησε τώρα πια.

Επιζώντας εσύ αδελφούλα που κρατάς μια ωραία, ζωντανή και ευχάριστη ανάμνηση από κείνη την εποχή. Τα έζησες όλα και βγήκες έξω από αυτά πιο δυνατή. Εγώ τα έζησα όλα παράπλευρα, σαν ένας ουδέτερος μάρτυρας, παραδομένος στην αδυναμία μου να μην παρασυρθώ και στραπατσαριστώ. Αδυναμία που τη λες και δύναμη της λογικής. Ε, χθες αυτή η λογική παραμερίστηκε και άφησε χώρο στα δάκρυα. Σήμερα όλα είναι φως, αναγεννησιακό, μαγικό, προερχόμενο από τα άδυτα του ασυνείδητου, του συναισθήματος που εκδηλώθηκε.

1 σχόλιο:

  1. Αγαπημένε μου Βασίλη,
    μέταλλο που καίει η εφηβεία.
    Και εγώ σα νεοφώτιστη που βαφτίστηκε σε μια κόκκινη κολυμπήθρα.
    Ξέρεις τί παθαίνουν οι ταύροι όταν βλέπουν κόκκινο πανί.
    Πού μπορεί να είναι και η αιτία της καταστροφής τους.

    Όμως επιβίωσα. Όπως επιβίωσες και εσύ.
    Και δεν ήταν εύκολο. Ήταν δύσκολο.
    Και είμαστε καλύτεροι, εξαγνισμένοι, αναγεννημένοι από τις στάχτες μας.
    Με το ιερό βιβλίο της νιότης στη βιβλιοθήκη μας και βινύλια όπως αυτό, το ΚΟΚΚΙΝΟ βινύλιο να παίζουν κάτι βράδια μυσταγωγικά για να μας θυμίζουν ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, να κάνουν το συναίσθημα να βγαίνει και τη ζωή να γίνεται ξανά ΜΑΓΙΚΗ.

    Σε ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή