Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

GRANDADDY - LAST PLACE


Επιστροφή φέτος για μία αμερικάνικη μπάντα που σημάδεψε τον εναλλακτικό ροκ ήχο των προηγούμενων 2 δεκαετιών. Ο λόγος για τους Grandaddy που στους νεότερους που παρακολουθούν τη διεθνή εναλλακτική σκηνή ίσως και να μη λένε τίποτα. Εκείνοι όμως που μεγάλωσαν στα 90s και άκουσαν το The Crystal Lake όταν η μπάντα ήταν το next big thing του αμερικανικού indie rock τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία για αυτούς. Τελικά οι Grandaddy δεν έμελε να γίνουν μεγάλοι και τρανοί και μετά από 4 άλμπουμ μεταξύ των ετών 1997 και 2006, αποφάσισαν να το διαλύσουν. Τα τελευταία χρόνια όμως κάποια δύναμη αποφάσισε να βγάλει τον Jason Lytle (βασικό συνθέτη και ιθύνων νου της μπάντας) από τη δίνη του αλκοόλ και των ναρκωτικών για να ξαναπιάσουν όλοι μαζί τα όργανα. Το αποτέλεσμα αυτής της επανασύνδεσης είναι το πέμπτο και αναπάντεχα καλό άλμπουμ των Grandaddy.

Όχι ότι ο Lytle τα είχε παρατήσει στο μεταξύ. Κυκλοφόρησε με το όνομά του δύο δίσκους που έκαναν γενικά καλή εντύπωση και δεν έδωσε κανείς πολύ σημασία στη διάλυση της πρώην μπάντας του. Οι μελωδίες, η ελαφρώς σπαρακτική φωνή και οι αργόσυρτες αλλά γεμάτες ένταση συνθέσεις ήταν εκεί. Χρειαζόταν κανείς συνεπώς τους ξεχασμένους Grandaddy εν έτει 2017; Μα οι ίδιοι οι οπαδοί των Grandaddy που αγαπάνε τόσο τον ταλαιπωρημένο slacker Lytle ώστε να βλέπουν ότι χωρίς την μπάντα του έχανε σε δυναμισμό, αισιοδοξία, εξωστρέφεια, χιούμορ. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε ότι αντίθετα με εκείνο που προσδοκούσε, η επανασύνδεση λειτούργησε ευεργετικά γι'αυτόν και τη μπάντα.

Έτσι λοιπόν μας παραδίδονται 12 νέες μικρές γλυκόπικρες ιστορίες, από τις πιο συμπαθητικές που μας έχουν προσφέρει οι Grandaddy μέχρι σήμερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα στον ήχο-σήμα κατατεθέν της μπάντας. Αναλογικά αρμόνια, υπόκωφος θόρυβος, νοσταλγικές μελωδίες, ηλεκτρονικά γεμίσματα και ονειρικές ενορχηστρώσεις δημιουργούν μια χορωδία της οποίας οι συνθέσεις οδηγούν σε συγκινητικές κορυφώσεις. Τα κιθαριστικά ξεσπάσματα του παρελθόντος έχουν καταλαγιάσει ελαφρώς αλλά ποτέ δεν ήταν και αυτοσκοπός γι'αυτούς. Φυσικά το προίκισμα του Lytle να μιλάει για καταστροφές και απογοητεύσεις με την πιο ήπια ειρωνεία που μπορεί να διαθέσει άνθρωπος, είναι και αυτό παρόν. Και γενικά το μοτίβο «οι Pink Floyd εναλλάσσονται με τους Pixies” όχι μόνο λειτουργεί ακόμα αλλά αποδίδει και νέους καρπούς.

Οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του άλμπουμ βρίσκονται στο ξεκίνημα με τα κατά σειρά Way We Won't, Brush with the Wild και Evermore να δίνουν έναν φρέσκο αέρα και να αφήνουν ένα χαμόγελο ικανοποίησης για αυτή την επιστροφή. Αμεσότητα και ωριμότητα χαρακτηρίζουν το The Boat is in the Barn καθώς και την αλά Elliot Smith μπαλάντα Songbird Song. Στα εντυπωσιακά κομμάτια του Last Place συγκαταλέγονται επίσης το εξάλεπτο Α Lost Machine με την κλιμακωτή κορύφωση στο τέλος να θυμίζει όμορφες στιγμές του παρελθόντος (βλέπε Yeah, is what we had), το uptempo Check Injin που δίνει ταχύτητα την κατάλληλη στιγμή και το This is the Part με τη γλυκιά του μελαγχολία.

Τελικά, ακρόαση την ακρόαση διαπιστώνεις ότι κάθε τραγούδι γίνεται κτήμα σου και ότι είχες καιρό να το πάθεις αυτό με έναν indie rock δίσκο με αέρα 90s. Διαπιστώνεις επίσης ότι έχεις μπροστά σου ένα από τους καλύτερους δίσκους των Grandaddy, όχι ότι έβγαλαν και ποτέ μέτριο δίσκο. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αφήνεις τις αυστηρές κρίσεις και τις συγκρίσεις, βάζεις το Last Place να παίξει και ταξιδεύεις στα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία του εαυτού σου με συμπάθεια, ελαφριά θλίψη και χαμόγελο ικανοποίησης για όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου