Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

no. 20 IGGY POP - POST POP DEPRESSION



Είναι ένας από τους 2-3 δίσκους της λίστας που δε θα τους άκουγα αν την τελευταία στιγμή δεν τους έβλεπα επανειλημμένα στις λίστες των μουσικών περιοδικών.  Το Gardenia μου άρεσε αρκετά αλλά γενικά δεν μπαίνω στον κόπο να ακούω ολόκληρους καινούριους δίσκους από γερόλυκους (εκτός αν είμαι πολύ φαν, και του Iggy δεν είμαι τέτοιος). Είμαι όμως του Josh Homme του οποίου το χέρι όπου και να μπει μεταμορφώνει τα πράγματα. Εκτός αυτού, οι δύο τους κάνουν ωραίο δίδυμο. Η φωνή του πατριάρχη είναι εκφραστικότατη και ταιριάζει απόλυτα με την σκοτεινή ατμόσφαιρα που ο Josh Homme έχει προσδώσει στις συνθέσεις. Break into your heart, Sunday, German Days, Paraguay (όπου ακούς τον Iggy να τα χώνει απολαυστικά σε όλους τους υποκριτές και κολλημένους που μας περιτριγυρίζουν) είναι κομμάτια που όσο περισσότερο θα τα ακούμε στο μέλλον τόσο πιο πολύ θα τα εκτιμάμε. Α, αυτό το Paraguay είναι κομμάταρος!

Paraguay

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

6 ωραία πριν από τα 20 καλύτερα


Michael Kiwanuka – Love and Hate
Ο Μιχαλάκης από τα ξένα, το προσφυγόπουλο 2ης γενιάς που αφιερώθηκε στο μουσική και καλά έκανε γιατί βγάζει τη μαύρη ψυχή του έστω και με βάση την ολόλευκη μητέρα Γηραιά Αλβιόνα. Είχε δείξει σπουδαία στοιχεία κλασικής soul μπαλάντας από τον πρώτο του δίσκο 4 χρόνια πριν αλλά στην εικοσάδα δεν μπαίνει γιατί έχω ψιλοβαρεθεί όλη αυτή την παραδοσιακή soul επανάληψη. Φαίνεται  ότι αυτό το είδος έχει πολλά να πει ακόμα γιατί το λέει και η λέξη η ίδια, έχει ψυχή. Παρότι λοιπόν έχω βαρεθεί, υπάρχουν classics εδώ μέσα με τα οποία στο μέλλον θα συνοδεύσω αρκετές εμπειρίες. Κάποιο τραγούδι θα μπει στα best of της χρονιάς, κάποιο σε μελλοντικό cd δώρο έκπληξη σε εκείνον που θα με εμπνεύσει να του γράψω ένα, κάποιο θα παίξει σε παράωρη φάση σε πάρτυ. Άντε, καλή συνέχεια φίλε!

Whitney – Light Upon The Lake
Οι Whitney μου αρέσουν και μόνο επειδή ο ένας από τους δύο είναι μέλος των Unknown Mortal Orchestra, μιας από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες για τη δεκαετία που τρέχει. Έπειτα τους άκουσα μετά από πρόταση φίλου δισκοκριτικού και παρότι μου φάνηκαν αρχικά αδιάφοροι, έτυχε να τους ακούσω τη δεύτερη φορά πάνω στην κατάλληλη στιγμή, δηλαδή στο ξύπνημα. Ο δίσκος αυτός θα έπαιρνε το βραβείο καλύτερου δίσκου για μετά το απογευματινό ξύπνημα, καφεδάκι στο σπίτι, άραγμα στον καναπέ. Ωραία σπιτικά πράγματα, κυλάει και η καθημερινότητα χωρίς μεγαλεπήβολους ροκ ψυχαναγκασμούς (αν βγάλατε άκρη έβγαλα και εγώ).  Κομμάτια ωραία τo Νο Woman και Light Upon the Lake.

Vagina Lips - Athanasia
Η όλη φάση με τους θεσσαλονικιούς μου φάνηκε μούφα αρχικά. Άκουγα τα τραγούδια τους στο you tube και έβλεπα τις φάτσες τους και έλεγα ότι είναι βλακοτρεντουλιάρηδες ίντιδες που θέλουν μόνο να προκαλέσουν. Όταν αξιώθηκα να ακούσω όλο το δίσκο με ησυχία και σε καλή ποιότητα χαμογέλασα με ικανοποίηση με τον τρόπο που οι Vagina αναπαράγουν πιστά τις επιρροές τους από Cure και  Joy Division, κλασικίζουν όμορφα στο Ι don’t eat my friends και shoegaίζουν πανέμορφά στο Born to Live.

Mechanimal - δπδ
Κόλλησα με μερικά τραγούδια εδώ μέσα αλλά δεν τα πολυαναζήτησα στη συνέχεια μέσα στη χρονιά. Ωραίο το live τους στον ασφυκτικά γεμάτο Συνδετήρα αν και πιο σκοτεινά μέρη θα τους ταίριαζαν περισσότερο. Η Etten ζωγραφίζει και αν κάπου χάνει το άλμπουμ είναι στις επαναλήψεις. Πιο πολύ μου άρεσε που το γύρισαν σε πιο προσιτές συνθέσεις και η Etten ταίριαξε τέλεια. Kομμάτια όπως τα Sawdust, Winter Mute και Radio On δεν μπορεί να τα γράψει ο οποιοσδήποτε εκεί έξω.

Radiohead – A Moon shaped Pool
Το δισκάκι αυτό θέλει πολύ άκουσμα κάτι που δεν του έχω αφιερώσει ακόμα, που σημαίνει ότι θα μπορούσε να βρίσκεται πολύ ψηλά αλλά δεν μπορεί να γίνει αυτό με 2-3 ακροάσεις. Συνεπώς τιμής ένεκεν αναφέρεται ότι με τις πρώτες ακροάσεις ξεχωρίζουν τα Burn the Witch, Ful Stop, Present Tense, True Love Waits. Ανακοινώσεις όμως του στυλ «ότι καλύτερο έχουν βγάλει τα τελευταία 15 χρόνια..» δεν τις αντέχω. Σιγά μην είναι πιο ωραίο από το In Rainbows.

Lush – Blind Spot
Μια τίμια και γλυκιά επιστροφή όπως ήταν εξάλλου και το παρελθόν της δεύτερης πιο αγαπημένης μου μπάντας της 4AD. Τα τέσσερα τραγούδια του e.p. δεν προσφέρουν τίποτα διαφορετικό σε σχέση με τα παλιά αλλά το Out of Control είναι πανέμορφο και εξάλλου κανείς από τους πολλούς όπως αποδείχτηκε στις περιοδείες τους φανς δεν ήθελε πειραματισμούς. Έτσι όμορφα επανασυνδέθηκαν πριν ένα χρόνο, έκαναν τις συναυλίες τους, αφήνοντας μακριά την Αθήνα που της χρώσταγαν μια επίσκεψη από εκείνη την ακυρωθείσα του μακρινού φθινόπωρου του 96 και πριν λίγες μέρες ανακοίνωσαν την επαναδιάλυσή τους. Μέχρι νεωτέρας ελπίζουμε..







Blogovision 2016 you know...



Ξεκινά η 10η blogovision αύριο και μετά κόπου και βασάνων κατάρτισα και εγώ τη λίστα μου με τα 20 πρώτα άλμπουμ του 2016. Φέτος η ενασχόλησή μου με τη νέα μουσική αφορούσε 2 περιόδους, από την αρχή της χρονιάς μέχρι τέλος Ιουνίου και από αρχές Οκτωβρίου μέχρι σήμερα. Τους τρεις μήνες στο ενδιάμεσο δεν άκουσα ούτε ένα καινούριο τραγούδι, παρά μόνο αγαπημένα παλιά, Roxette, Scorpions, disco, cd συλλογές από εφημερίδες και τέτοια. Πέρασα μια κρίση μέσης ηλικίας από αυτές που αρχίζουν να εμφανίζονται σιγά σιγά και κατά τη διάρκεια της οποίας σκέφτομαι ότι «πάει η ζωή μου η παλιά πέρασε, έφυγε, οι μουσικές, οι φίλοι, η διασκέδαση…»  και τέτοια. Και όλα αυτά μέσα στις μακρές διακοπές του καλοκαιριού. Τελικά συνήλθα και ανέλαβα δυνάμεις από τέλη Σεπτεμβρίου και μετά. Το οφείλω σε κάποιους δίσκους και τραγούδια που θα εμφανιστούν στη λίστα μου (καλά.. και σε άλλα πράγματα που δε λέγονται εδώ και αφορούν την ενηλικιότητα που δίνει δώρα πέρα από το να κλέβει πράγματα που υπήρξαν ή δεν υπήρξαν αλλά τα είπαμε αλλού αυτά).

Μια λίστα που θα έχει πολλές ελληνικές συμμετοχές, που μάλλον οφείλεται στο ότι άκουσα περισσότερους εγχώριους δίσκους φέτος σε σχέση με άλλες χρονιές λόγω ίσως Westside festival (αλλά αλήθεια, πείτε μου, δε βγήκαν πολύ καλά πράγματα φέτος;). Θα έχει κάποια προφανή ροκ πράγματα που μου άρεσαν από την αρχή και άλλα λιγότερο προφανή που άλλοι μου είπαν να μου αρέσουν και τελικά έτσι έγινε.  Θα έχει πάλιουρες που την πάλεψαν καλά φέτος και 2-3 που πιθανόν δε θα υπάρχουν σε άλλες λίστες επειδή είναι από outsider που έμειναν τέτοια.

Εκείνο που θα έχει λιγότερο σε σχέση με πέρσι είναι  indie και «ψαγμένα» πράγματα γιατί δεν άκουσα πολλά φοβερά φέτος τέτοια. Δε θα έχει θρήνους και οδυρμούς για τους αποθανόντες, όχι γιατί δε μου αρέσει το δράμα αλλά γιατί δε θα κάτσω να ακούσω ολόκληρους δίσκους του Cave, του Cohen και του Bowie τώρα όταν έχω να το κάνω αυτό 10 χρόνια (προς θεού μου αρέσουν αλλά…). Επίσης δε θα έχει όλη αυτή την σειρά από τους μεγαλομανείς και προοδευτικούς υποτίθεται  rnbάδες και hiphopάδες. Κανέναν. Αν άξιζαν έστω και λίγο θα έφταναν στα αφτιά μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάτι που δεν έγινε. Οπότε σιγά μην κάτσω να ακούσω ψυχαναγκαστικά Beyonce και Rihanna επειδή έτσι λένε τα περιοδικά (μπορεί και να κάνω λάθος βέβαια όπως έκανα πέρυσι με τους Tame Impala, αλλά αυτοί είναι ποπ). Τέλος δε θα έχει μερικούς ωραίους δίσκους που δε χώρεσαν και που μπορεί να χωρέσουν στο μέλλον, γιατί ως γνωστόν οι λίστες μεταβάλλονται στο χρόνο.

Αυτά λοιπόν και καλό βόλι στους συναγωνιστές που μεγαλώνουμε μαζί αν και δεν έχουμε βρεθεί από κοντά παρά ελάχιστα. Παράξενο πως μου έχει γίνει ανάγκη αυτή η κατάσταση, ίσως για να μη χάσω το τρένο της «νεωτερικότητας», τώρα που η νεότητα δεν είναι ίδια όπως παλιά. Η συνέχεια άυριο όμως με το no. 20.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

frantic v


Στα μπαρ της πόλης μας όπου χτυπάει το ρολόι του σήμερα, αμήχανα, ξεψυχισμένα σχεδόν, άγνωστα ελεκτρο ποπ χιτάκια αντηχούν στα ντουβάρια σχεδόν με συμπάθεια ένα βροχερό κρύο άδειο Σαββατόβραδο του Νοέμβρη. Όμως σε κάποια σκονισμένα μεταλλόμπαρα του χειμώνα καμιά φορά μαζεύονται μεσήλικες που γουστάρουν rock n roll καθώς και νεαρές κορασίδες που ανακαλύπτουν τον αέρα που δίνει στο κορμί τους αυτή η μουσική του 20ου αιώνα. Μαζί με διάφορους περίεργους που μπορεί να κάνουν την τύχη τους μη γνωρίζοντας που βρίσκονται και δίνοντας νόημα στη βαρετή ζωή τους. Ή φεύγοντας τρομοκρατημένοι από τη φασαρία, αμίλητοι, μετανοημένοι, απορημένοι με τον εαυτό τους που άντεξαν έστω και τόσο.

Οι υπαρξιστικές αναλύσεις όμως με αφορμή ένα λάιβ μιας surf garage μπάντας μοιάζουν με φαντασιοπληξίες. Διότι τίποτα μαύρο δεν υπήρχε στο ντύσιμό τους εκτός από τις λεπτές τους γραβάτες, με εξαίρεση τον φαρφισά που μοιάζει να ήρθε από μια ζούγκλα του Αμαζονίου. Ή από γκανγκστερικό παραμύθι του Τριβυζά. Σε απέραντη αντίθεση με τον χιπστερά φωνακλά τραγουδιστή που θα μπορούσε να παίζει σε μία υπερ-προβεβλημένη indie pop μπάντα. Δεν παίζει όμως σε τέτοια, αλλά σε μια surf μπάντα, για 22 χρόνια από τότε που ήταν 20 και κάτι. Μαζί με τους άλλους κοντά στα 50, να μας παίρνουν τα αυτιά ακόμα. Καλά δεν κουράστηκαν, ακόμα τις ίδιες 2λεπτες κουνιστές πενιές ;

Σε καλωσορίζουν με ένα ουρλιαχτό «ουαααααααααουυυυυυυυυυ» και εκεί αναλογίζεσαι πως πρέπει να αντιδράσεις εσύ ο μουσκεμένος επαρχιώτης. Σε ζορίζουν από την αρχή ενώ εσύ θέλεις το χρόνο σου, να συνειδητοποιήσεις την συνέχεια της ύπαρξης αυτού που  διατηρούταν ζωντανό, στο underground , εκεί που ήταν πάντα και εκεί που θέλεις να μείνει. Με αυτή την σκέψη έρχεσαι στα ίσα σου και αρχίζεις να κουνιέσαι, να συντονίζεσαι στη μουσική, να κουνάς τους γοφούς επικοινωνώντας νοερά με τις ωραίες κορασίδες πιο δίπλα.
Σιγά σιγά νιώθεις σπιτικά. Εκεί που συναντάς το ροκ εν ρολ είναι το σπίτι σου. Πάλιωσε το σπίτι σου και μαζί του παλιώνεις και εσύ. Χτίστηκε από πρόχειρα υλικά, παρορμητικά και χωρίς σχέδιο αλλά έγινε αστικός μύθος. Και κάθε που το επισκέπτεσαι δεν ξέρεις αν θα μείνει όρθιο. Σκέφτεσαι να φύγεις μακριά, κάπου αλλού για να ξεφύγεις από το γκρέμισμα του χρόνου. Αλλά τότε ήδη έχουν ηχήσει οι σειρήνες της μπάντας- το ζεστό σπιτικό φαί στο πιάτο- και θυμάσαι ότι πεινάς οπότε γίνεσαι ένα ζώο που τρώει και ρουφάει αδηφάγα. Αν είσαι τυχερός όπως ήμαστε εμείς εκείνη τη νύχτα.  Thank you Frantic

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Για μια συναυλία ροκ



Υπάρχουν εκείνες οι φορές που πηγαίνεις κάπου με μισή καρδιά, με κομμένα πόδια, άρρωστος, άκεφος ή κουρασμένος και όταν φεύγεις είσαι το αντίθετο από όλα αυτά. Προηγουμένως γκρινιάζεις για το χώρο, για τον ήχο, τον αέρα, το ένα και το άλλο που φορτώνει τα χρόνια σου που αυξάνονται. Μετά όμως ευγνωμονείς για όλα αυτά και ο λόγος δεν είναι άλλος από τον σκοπό για τον οποίο πήγες εκεί.

Πήγες για να δεις την καινούρια μπάντα του Alex K., να δεις αν θα ανέβουν και οι εφτά στην σκηνή, αν θα δώσουν τις ψυχές τους, αν θα ερωτευθούν μεταξύ τους με διαμεσολαβητές τους ήχους των οργάνων τους, αν θα παίξουν ωραία τα κομμάτια του ντεμπούτου τους. Ψέματα, πήγες γιατί ξέχασες και ήθελες να θυμηθείς πως είναι να ιδρώνεις από το κούνημα σε μία συναυλία, πως ακούγεται και παίζεται το rock 'n roll, και αν μπορείς ακόμα να κοιτάξεις στα μάτια εκείνους τους  ανθρώπους που πηγαίνουν σε μια τέτοια συναυλία. Μα κυρίως πήγες γιατί έδινες το κρισιμότερο τεστ με τον μεγαλωμένο εαυτό σου. Αν καθίσεις ακίνητος και ασυγκίνητος κόβεσαι. Αν κουνηθείς, ιδρώσεις, κλείσεις τα μάτια, σπρώξεις, σιγοτραγουδήσεις ή ουρλιάξεις με τα χέρια ψηλά, τότε ναι, έχεις περάσει το τεστ.

Διότι οι Thee Holy Strangers είναι τίμιοι ιεραπόστολοι του rock 'n roll και μπροστά τους θα κριθείς για την πίστη σου σε αυτό. Διότι φυσικά και οι κιθάρες λυσσάξανε και οι θηλυκές φωνές οργιάσανε στο Strange Cat Incident και δε γίνεται εσύ να έμεινες ατάραχος. Φυσικά και το πάθος του Alex K. για αυτό που κάνει μια ζωή ξετυλίχτηκε για άλλη μια φορά αλλά εσύ ήσουν αρκετά ειλικρινής με τον εαυτό σου, τίμιος και αθώος μπροστά στις πιο αγνές σου αναμνήσεις, εκείνες που κάποτε γέμιζαν και σένα με πάθος για τη ζωή; Φυσικά και έδωσαν τη ψυχή τους και παίξανε τα κομμάτια τους καλύτερα και από το δίσκο. Εσύ έδωσες  την ψυχή σου, γούρλωσες τα μάτια στα αναπάντεχα σόλο του κιθαρίστα, στις ψιλές φωνές της χορωδίας, ένιωσες αδυναμία βλέποντας τον Alex να αφήνεται γονατιστός χωρίς την κιθάρα του στο Cortez the Killer, τραντάχτηκες σαν ελατήριο στις εκρήξεις του B.S Blues;

Βαρύ το φορτίο της ενηλικιότητας και πολλές οι ευθύνες της καθημερινότητας. Πιο βαρύ όμως το φορτίο της λήθης στο πέρασμα του χρόνου, της θυσίας όλων των παλιών μικρών πραγμάτων που αγαπήθηκαν (των αυθόρμητων, των προκλητικών, των άφοβων, ανεύθυνων, ανοικονόμητων, ανυστερόβουλων για να πούμε λίγα) στο βωμό της ορθολογικότητας της ευμάρειας που ακόμα και την κρίση της τη μεταφράζει σε αναγκαίο κακό που με τον καιρό θα ξεπεραστεί και πρέπει κανείς να υπομείνει στωικά.

Ε λοιπόν όχι, δε θα υπομείνω άλλο σιωπηλά την καθησυχαστική φωνή της λογικής αλλά θα ουρλιάξω, θα σπρώξω, θα κλοτσήσω έστω και στον αέρα. Έτσι, για να καταφέρω μόνο να υποφέρω από αγωνία για την τύχη αυτής της μάχης. Και να ακούω rock 'n roll για να λυτρώνομαι κάθε φορά που αμφιβάλλω. Ε, από εκεί ξεκινά το ροκ για μένα και καταλήγει σε ένα σωρό απολαυστικά πράγματα. Όπως το να τα ξεχνάς όλα αυτά που ειπώθηκαν και να αφήνεις το σώμα να λικνιστεί στο ρυθμό του Desolation Revelation. Μέχρι την επόμενη φορά...

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

The Jayhawks - Paging Mr. Proust


Επιστροφή φέτος για μία σπουδαία αμερικάνικη ροκ μπάντα μετά από απουσία πέντε χρόνων. Τους Jayhawks τους είχα ακουστά αλλά μόλις το περασμένο φθινόπωρο έτυχε να ακούσω κάτι από αυτούς. Μπήκα στο τελευταίο μεγάλο δισκοπωλείο της πόλης, ορμώμενος από τα ταμπελάκια προσφορών στη βιτρίνα. Το μαγαζί έκλεισε λίγους μήνες μετά αλλά εγώ είχα προλάβει να αποκτήσω σχεδόν τσάμπα ένα δίσκο διαμάντι. Πρόκειται για το Tomorrow The Green Grass που κυκλοφόρησε το 1995 σε παραγωγή του George Drakoulias (ένα χρόνο μετά έκανε την παραγωγή στο Dust των Screaming Trees), ένας δίσκος που στα αυτιά μου ηχεί ως η επιτομή του τέλειου αμερικάνικου country ροκ, στα χνάρια των The Byrds και των R.E.M.

Πρόσφατα χωρίς καμία προειδοποίηση, άκουσα το εναρκτήριο κομμάτι του νέου τους δίσκου Quiet Corners and Empty Spaces, που ακούγεται λες και δεν έχει περάσει ούτε μία μέρα από το 95. Χαρμόσυνες μελωδίες παιγμένες με αφοπλιστική απλότητα αλλά και ευστοχία έμπειρου παίκτη, φτιαγμένες για να μείνουν διαχρονικές. Ακούς και τη συνέχεια του δίσκου και με τις συνεχείς ακροάσεις μαζεύεις αγαπημένα τραγούδια. Η μπάντα παίζει σαν μία μεγάλη μπάντα και στη δεκαετία του 90 ήταν κοντά στο να γίνει τέτοια. Ξεκινώντας στα μέσα της δεκαετίας του 80, θεωρείται μια από τις πρωτοπόρες μπάντες για το εναλλακτικό country. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90  κυκλοφορήσαν δίσκους που έκαναν αίσθηση στο χώρο (ειδικά τα Hollywood Town Hall του 92, Tomorrow The Green Grass του 95 και Smile του 2000).

Χωρίς να είμαι μάρτυρας των τελευταίων κυκλοφοριών των Jayhawks, μπορώ να πω ότι η απόσταση από τη δεκαετία του 90 έως σήμερα δε δείχνει σημάδια κούρασης ή έλλειψης έμπνευσης. Οι μελωδίες είναι εδώ, οι αλλαγές που δε σε αφήνουν να βαρεθείς στιγμή είναι εδώ, οι αρμονίες στις φωνές είναι εδώ. Αν κάτι είναι διαφορετικό, αυτό είναι ότι τα τραγούδια δε λειτουργούν τόσο ως σύνολο αλλά ως ξεχωριστές αξιοσημείωτες στιγμές. Έτσι η κλασική country rock τραγουδοποιία εναλλάσσεται με dessert κιθαριστικές παρεκτροπές που αφήνουν χώρο σε πιο straight alt rock στιγμές, αφήνοντας στον ακροατή μια συγκεχυμένη αίσθηση για το ποιο είναι το κέντρο βάρους του Paging Mr. Proust.

Παρά country, οι Jayhawks δεν είναι συντηρητικοί ούτε βαρετοί. Οι συνθέσεις του Gary Louris διακατέχονται από πάθος και διατηρούν εκείνη την γλυκόπικρη διάθεση που είχαν και στο παρελθόν. Μπαίνουν κατευθείαν στο ψητό αν έχουν να πουν κάτι σημαντικό, χωρίς να κουράζουν με μακροσκελείς εισαγωγές. Η κεντρική μελωδική γραμμή κάθε κομματιού δεν εξαντλείται σε συνεχείς επαναλήψεις αλλά εμπλουτίζεται από άλλες μελωδικές κλίμακες και γέφυρες. Το πιάνο, τα συνοδευτικά γυναικεία φωνητικά και τα περαστικά έγχορδα δημιουργούν έναν ήχο με μεγάλες διαστάσεις που αν είσαι λάτρης του αμερικάνικου ροκ αξίζει να εξερευνήσεις.

Στα τραγούδια που ξεχωρίζουν, εκτός από το εναρκτήριο, συγκαταλέγονται το αιθέριο Lovers of the Sun (που μου θυμίζει Yo La Tengo στις πιο χαλαρές ποπ στιγμές τους), το Isabel's Daughter, το Devil Is In Her Eyes (αυτό φέρνει στο νου τους Fleetwood Mac και όλες τις παραλλαγές τους, βλέπε The Magic Numbers), το I'll Be Your Keys (που θα ζήλευε ο James Mercer των The Shins), ενώ οι πιο περιπετειώδεις στιγμές όπως τα Lost the Summer και Ace παραπέμπουν στον ερημικό κιθαριστικό ύφος των Dream Syndicate.


Αξίζει να αναφερθεί ότι στην παραγωγή του δίσκου βρίσκεται ο Peter Buck, κάτι που δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσεις από τον ήχο του που μοιάζει σαν ένα χαμένο άλμπουμ των R.E.M. από τα early 90s. Ο Mike Mills συμμετέχει επίσης σε κάποια κομμάτια ενώ ώρες ώρες νομίζεις ότι ακούς τον Michael Stipe να τραγουδάει, το οποίο οφείλεται στην ομοιότητα της φωνής του ιθύνοντα νου των Jayhawks, Gary Louris, με εκείνη του μπροστάρη των αμερικανών αθηναίων.

Δε θα ακούσει κανείς τίποτα πρωτοποριακό και νεωτεριστικό στο Paging Mr. Proust. Όποιος αγαπά το αμερικάνικο ροκ σίγουρα θα βρει μέσα σε αυτό πολλές αξιόλογες στιγμές. Όποιος δεν έχει ανακαλύψει τους Jayhawks μπορεί άνετα να ξεκινήσει από εδώ. Συνολικά πρόκειται μια πολύ ευχάριστη επιστροφή.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

The Besnard Lakes - A Coliseum Complex Museum


Μία σπουδαία ροκ μπάντα από τον Καναδά επιστρέφει φέτος με την πέμπτη ολοκληρωμένη δουλειά της. Παιδιά της έκρηξης της καναδέζικης ανεξάρτητης σκηνής των αρχών της περασμένης δεκαετίες, οι Besnard Lakes, έχοντας συνεργαστεί με άλλους σπουδαίους σύγχρονους συμπατριώτες τους (The Stars, GSYBE, The Dears) και έχοντας δει δύο από τα άλμπουμ τους υποψήφια για το Polaris music prize (το αντίστοιχο του Mercury Prize για την καναδική μουσική), κυκλοφορούν το για άλλη μια φορά μακροσκελές για τίτλο άλμπουμ  A Coliseum Complex Museum στην πρωτοποριακή ανεξάρτητη εταιρεία Jagjaguwar.

Η εξαμελής πλέον μπάντα από το Μόντρεαλ, με μπροστάρηδες το ζεύγος Jace Lasek και Olga Goreas (που είναι ελληνικής καταγωγής), έχει στο παρελθόν καταθέσει δύο σπουδαίες δουλειές. Μετά το ντεμπούτο τους Volume 1 που πέρασε σχετικά απαρατήρητο πίσω στο 2003, κυκλοφορούν το 2007 το εξαιρετικό The Besnard Lakes Are The Dark Horse το οποίο λαμβάνει επαίνους από τα μεγαλύτερα μουσικά περιοδικά του πλανήτη.  Με επικά κομμάτια όπως το And You Lied to Me και το Devastation, καθιερώνονται ως άξιοι εκπρόσωποι του νεο-ψυχεδελικού ροκ με αναφορές στo κοσμικό ροκ των 70s (από κοντά και οι συμπατριώτες τους Black Mountain που κυκλοφορούν και αυτοί νέο δίσκο φέτος). Στη συνέχεια το τρίτο τους άλμπουμ στα 2010 The Besnard Lakes Are The Roaring Night επίσης έκανε αίσθηση, εριλαμβάνοντας τα πανέμορφα Albatross και Like the Ocean, Like the Innocence και κάνοντας πιο ονειρικό και ποπ τον ήχο τους χωρίς να τον στερούν όμως από τον περιπετειώδη χαρακτήρα του.

Ο τέταρτος δίσκος τους Until in Excess, Imperceptible UFO συνέχισε στα ίδια χνάρια και έτσι φτάνουμε στο A Coliseum Complex Museum στο οποίο οι The Besnard Lakes συνεχίζουν να κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν πολύ καλά, να γράφουν όμορφες ποπ μελωδίες, να τις ντύνουν με διπλά ονειρικά φωνητικά και να τις ξεδιπλώνουν μέσα από ψυχεδελικές κιθαριστικές κορυφώσεις. Από το εναρκτήριο ήδη The Bray Road Beast οι αναφορές σε αγαπημένα πράγματα του παρελθόντος, προσφέρουν αγαλλίαση και παρηγοριά. Οι φωνητικές αρμονίες των Beach Boys συναντούν τις dreamy και shoegaze κιθαριστικές και άλλες επιστρώσεις, καταλήγοντας σε σπαρακτικά και εκστατικά ξεσπάσματα που θυμίζουν τις δουλειές του Neil Young μαζί με τους Crazy Horse στις αρχές των 70s. Όλα αυτά όμως περασμένα μέσα από το χωνευτήρι της μπάντας δεν ακούγονται σαν ένα ακόμα αναμάσημα του τι υπήρξε στο παρελθόν, αλλά σαν ένα φρεσκότατο γεύμα, μια μαγειρική μίξη διαφορετικών υλικών που βγάζουν ένα στέρεο αποτέλεσμα. Έτσι και ο ήχος του A Coliseum Complex Museum είναι σήμα κατατεθέν της μπάντας.

Τα κομμάτια των Besnard Lakes μοιάζουν μεταξύ τους και αυτό μπορεί να κουράσει τους πιο ανυπόμονους ακροατές, εκείνους που αναζητούν ένα τραγούδι - κράχτη. Ωστόσο, για εκείνους που αναγνωρίζουν το πάθος και την ένταση στη μουσική του γκρουπ, αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει και αυτό το άλμπουμ να ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος με αμείωτη ευχαρίστηση. Το γεγονός βέβαια ότι το βάρος δε δίνεται στις στιγμές αλλά στο σύνολο, δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει ιδιαίτερη μνεία σε τραγούδια. Η πρώτη τετράδα από τα συνολικά οκτώ κομμάτια του δίσκου, θα προσφέρει ουκ ολίγες απολαύσεις στους λάτρεις του καναδέζικου ήχου. Η έντονη συγκινησιακή ατμόσφαιρα που βασίζεται στη δουλειά που έχει γίνει στις φωνές και τη μελωδία, κρατά τον ακροατή σε συνεχή ένταση από το ξεκίνημα. Από τη μέση και μετά όντως ο ήχος δεν προσφέρει μεγάλες αλλαγές αλλά οι προσεκτικές πολλές ακροάσεις αποκαλύπτουν χαρίσματα σε κάθε τραγούδι του άλμπουμ.

Η μουσική των Besnard Lakes δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπια. Είναι ονειρική αλλά και ξάστερη, είναι τριπαρισμένη αλλά και προσανατολισμένη σε ένα μελωδικό σκοπό, είναι εν τέλει το ιδανικό ψυχεδελικό soundtrack για το καλοκαίρι που έρχεται.