Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

bummer

Το παρόν κείμενο γράφτηκε μετά από μια συζήτση που είχα με μια φίλη, η οποία τελείωσε με τα εξής λόγια της φίλης μου: «Όχι, δεν είσαι κομμουνιστής, είσαι καπιταλιστής, παραδέξου το για να σταματήσεις να μπερδεύεσαι με τον εαυτό σου».

Το ροκ εν ρολ του μέλλοντος μας, ο καθένας χορεύει μόνος του, στον κόσμο του. Είπαμε τι ωραία που περάσαμε αλλά ο καθένας στην ατομική του θλίψη σκυμμένος. Και είπαμε τι ωραίες μουσικές ακούμε, urban και ροκ ανατρεπτικές. Προοδευτικές στο να σε κάνουν να ξεφεύγεις, να αποδράς από την ατομική σου θλίψη, από τη νεύρωση του να προσπαθείς να καταλάβεις τι σου συμβαίνει σε αυτό τον οικονομικό πόλεμο που σε έχουν ρίξει με τους χαμένους. Και εσύ, πως πολεμάς; Με το να ξεφεύγεις, να ξεχνιέσαι, να αποδράς μόνος σου, στη χώρα της ψευδαίσθησης όπου υπάρχουν οι υποσχέσεις να βρεις τη λύτρωσή σου. Έτσι θα βρεις κουράγιο για να συνεχίσεις και την επόμενη μέρα με το όνειρο να επιτελέσεις τον σκοπό σου. Που είναι να επιζήσεις, να εξασφαλιστείς, να καταφέρεις, να επιβληθείς, να ανταγωνιστείς, να σωθείς και να νικήσεις τελικά. Να βγεις νικητής, η μεγάλη απόλαυση που καταναλώνεται απλόχερα και από τις εισαγόμενες εκ δύσεως ταινίες. Εμείς όμως οι ροκάδες όχι, δε θέλουμε να νικήσουμε, θέλουμε να ξεφεύγουμε από το δίλημμα, από το ρου της ανάγκης, από τα κελεύσματα των media και της mainstream κουλτούρας. Και τι κάνουμε, συμφιλιωνόμαστε με τη νεύρωση ώστε στο τέλος να την έχουμε ανάγκη γιατί αυτή μας δείχνει ποιοι είμαστε και τι ζητάμε. Είμαστε τα σκατά στο μαξιλαράκι του καπιταλισμού που μας έχει τόσο χεσμένους που μας πετάει στον τάφο που και που, ε Kurt; Μη μου πεις τώρα ότι δεν έπαιξες με τη φαντασίωση και συ. Έχασες όμως ρε πούστη και αντί να είσαι παράδειγμα προς αποφυγήν του ροκ και της μηδενιστικής του κουλτούρας, οι βιομήχανοι σε έκαναν ίδαλμα για μια γενιά που αδιαφορεί για το ροκ αλλά το μήνυμα το έλαβε, «προτιμότερο να μεγαλώνεις με τη νεύρωση και να ξεδίνεις παρά να είσαι καλά με τον εαυτό σου και ήρεμος». Ξεκινούσε τότε η χρυσή τους δεκαετία. Είχες οργή και συναίσθημα άπλετο και ταλέντο αλλά αντί να τα χρησιμοποιήσεις δημιουργικά για την κοινωνία, της γύρισες την πλάτη και αυτοκαταστράφηκες. Αυτό ήθελαν και για αυτό σε έκαναν ίνδαλμα. Και εμείς τσιμπήσαμε, αυνανιζόμαστε σε ρυθμό ροκ, πλούσια παιδιά της μεσαίας τάξης με προοπτικές παρακμής, περηφανεμένα για το πόσο πληγωμένα είμαστε και ονειρεμένα την ανάσταση σα μικροί χριστοί, πλην λατρεύοντας το μηδέν και μισώντας το όλον. Λατρεύουμε να πονάμε, βρίσκουμε νόημα μέσα στη θλίψη, η χαρά δε θέλουμε να διαρκεί πολύ γιατί είναι αστείο και η αγάπη είναι ένα ψέμα των παιδικών μας χρόνων. Ροκάδες είπα, μπα για ναρκισσιστές πρόκειται κάθε μεταμοντέρνου προσανατολισμού. Όσο περισσότερο υποφέρουμε τόσο πιο πολύ αξίζει η ζωή μας. Γαμήστε μας!

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Tune yards

Μέσα σε ένα εξαιρετικά μέτριο από νέας μουσικής σοδειάς καλοκαίρι, το μόνο άκουσμα που μπορώ να πω ότι τράβηξε την προσοχή μου προέρχεται από τον 2ο δίσκο των Tune Yards. Παρότι το Who Kill πλασάρρεται και αυτό ως indie μέσα στον πληροφοριακό αχταρμά των μουσικών sites, πρόκειται για ένα αντισυμβατικό εγχείρημα στο χώρο της σύγχρονης ποπ. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Οι Tune Yards μπορεί να σε ξεκουφάνουν με τις funk ακρότητές τους και τα γκαρίσματα της ιδιοσυγρασιακής τραγουδίστριάς τους, όμως είναι στις πιο χαλαρές τους στιγμές που ξετυλίγουν μια ισχυρή μελωδική και ρυθμική ποιότητα που φθάνει στα πρότυπα των David Byrne και Paul Simon αλλά και των πιο πρόσφατων επιγόνων τους όπως τους Vampire Weekend. Χωρίς να σημαίνει ότι δε θα ακούσεις και άλλα πράγματα εδώ μέσα, όπως το καταπληκτικό εξάλεπτο lo-fi folk Wolly Wolly Song, ένα κομμάτι που οι φωνητικές συχνότητες της M. Garbus φθάνουν να θυμίζουν την Beth Gibson και ακούγεται πριν ή μετά το θρυλικό the rip των Portishead. Ιδού λοιπόν,