Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Smiths αυτοβιογραφία

Δεν είχε ξημερώσει, έβρεχε και εμείς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο. Τα ηχεία έπαιζαν Smiths σε διασκευές, όχι σε αδιάφορη ένταση. Πηγαίναμε όλοι στις δουλειές μας, 40ρηδες πάνω κάτω. Κάπου κάπου σιωπή και από πίσω το Sheila Take A A Bow, όχι από τα αγαπημένα μου κομμάτια τους μέχρι εκείνο το πρωί. Η οδηγός που είχε επιλέξει τη μουσική υπόκρουση συνομιλούσε με τον διπλανό της. Της μιλούσε για όπλα και για πόλεμο. Εκείνη φάνηκε να θέλει να επικεντρωθεί στη μουσική. Όπως εγώ που σκεφτόμουν πόσο καιρό έχω να ακούσω Smiths, πόσα πράγματα που θυμίζουν, τι σημαίνουν για μένα. Όμως πίσω από αυτές τις σκέψεις κάτι άλλο ήθελε να εκφραστεί, να διατυπωθεί, αλλά δυσκολευόταν. «Τα φώτα πολέμου δεν τα βλέπεις από μακριά, είναι έτσι ο μηχανισμός φτιαγμένος ώστε να κοιτάζουν κάτω, όχι μακριά, ίσα για να βλέπεις την επόμενη λακκούβα και να την αποφεύγεις».
Η γλώσσα βιάζεται να το ονομάσει, λέγεται νοσταλγία για το παρελθόν, θλίψη για την απώλειά αυτού, γλυκύτητα για την αναθύμηση της ομορφιάς του. Θυμάμαι εκείνο το παρελθόν, είχε έντονο ναρκισσισμό χορεύοντας το Bigmouth με τεντωμένα χέρια και χοροπηδώντας σε κάθε πόδι ξεχωριστά στο Mosquito, είχε σχολική μοναξιά ακούγοντας σιγανά το μεσημέρι πριν το φροντιστήριο το Girl Afraid για να μην ξυπνήσουν οι δικοί μου, είχε προσμονή για κάτι όμορφο στα απογευματινά φώτα του σαλονιού-δωματίου μου με το There is A light That Never Goes Out, θυμό στο Shakespeare’s Sister, αποκάλυψη μεγαλείου εφάμιλλου του να διαβάζεις τον Ντόριαν Γκρέυ ή τον Όθελλο στο Half A Person και πάει λέγοντας. «Σε κατάσταση εφόδου δεν υπάρχει επιλογή, ή θα εκτελέσεις τον στόχο ή θα σε φάνε, μπαμ, μπαμ, μπαμ και τελείωσες»
Είχε μοναξιά ρε πούστη μου. Μοναξιά και ναρκισσισμό γιατί αυτά τα δύο πολύ ωραία μπορούν να ταιριάξουν όταν είσαι μικρός και τρελαίνεσαι να επικοινωνήσεις με τους άλλους μέσω της μουσικής. Ναι, τότε όλα ήταν αγωνιώδη, η προσμονή δούλευε στο ρελαντί αλλά δεν έβαζε ποτέ πάνω από Τρίτη. Φοβόταν την συντριβή. Έτσι έμενε στη θέαση της ομορφιάς μόνο, ποτέ στο κάψιμο από το άγγιγμά της. Ο φόβος τότε μπορούσε να σε κάνει να αμυνθείς μέσω της συσσώρευσης πολλής μουσικής. Ή αλλιώς άκουγα για να πάρω έμπνευση, να παραμείνω όμορφος και να περιμένω την πριγκιπέσσα που θα με απελευθερώσει από τη μοναξιά. Ο ρομαντισμός στο φουλ. «Έτσι είχε γίνει με τη βύθιση εκείνου του πλοίου. Οι μαλάκες είχαν φώτα πολέμου και οι άλλοι πυροβόλησαν και το βύθισαν. Τσάμπα νεκροί, δε γινόταν αλλιώς όμως».
Ένα πρωί προς τον Πύργο αναλογίζομαι που είναι κρυμμένος, πόσο εκλογισκευμένος, πόσο λιγότερο απειλητικός είναι τώρα πια. Χαίρομαι και δε χαίρομαι. Μεγάλωσα και μαζί και οι μουσικές που επιμένουν να μου λένε ότι κάποτε ονειρεύτηκες, φοβήθηκες, αψήφησες, τόλμησες και έφαγες τα μούτρα σου και πόνεσες και ανασηκώθηκες και έγινες πιο μεγάλος. «Τι αγγλούρια κλαψομούνικα είναι αυτά, εγώ προτιμώ αμερικανιές, country, μπύρες και σεξ».
Όπλα και Smiths. Μέρα και νύχτα, παρόν και παρελθόν, αντιθέσεις, αναπόληση εναντίον επιφυλακής, ονειροπόληση απέναντι στην τρομακτική αλήθεια. Morrissey και Axl Rose. Ποτέ δε μου άρεσαν τα όπλα αλλά ο ναρκισσισμός τους, ο πιο ανώφελος και επικίνδυνος από όλους, κέρδισε. Τότε όμως είχε ξημερώσει τελείως και αυτή η ονειροπόληση έφτανε στο τέλος της σχεδόν.