Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Blogovision 2015

Να που φτάνει η τελευταία μέρα της προετοιμασίας για τον θεσμό που τα τελευταία χρόνια μας κάνει να γιορτάζουμε που γινόμαστε ένα χρόνο μεγαλύτεροι κάθε φορά. Και κάθε φορά αναρωτιόμαστε αν αξίζει να ποστάρουμε σε απόσταση ο ένας από τον άλλο εξώφυλλα, κείμενα και άλλα αγαπημένα αλλά την ίδια στιγμή χωρίς δισταγμό και χωρίς καν δεκάδα έτοιμη λέμε το μεγάλο "ναι".
Φέτος κατάλαβα γιατί συμμετέχω στην μπλογκοβίσιον. Γιατί έχω ακούσει μερικούς γαμάτους δίσκους που μπορεί να μην έχετε ακούσει εσείς και θέλω να τους μοιραστώ. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα μας. Γιατί, τι σημασία έχει αν οι 20 σου είναι όντως οι καλύτεροι, τι σημασία έχει αν δεν έχεις καν ακούσει 20; Απλά μοιράσου τους και στο τέλος με αυτά που θα έχεις πάρει από τους άλλους θα έχεις μια πολύ καλή εικοσάδα στην καρδιά σου και χες το το μπλογκ και τα social media.
Αν βαριέσαι εσύ θα χάσεις, δε θα έχεις το κουράγιο να μπεις στα υπόλοιπα μπλογκ και να μάθεις μουσικές. Σκέψου ότι αν βαρεθούν και οι άλλοι σαν και εσένα δε θα έχεις καν αυτή την πολυτέλεια. Άφησε λοιπόν το σημάδι σου στο δίκτυο και κάποιος θα το δει και θα φτάσει πίσω σε σένα πολλαπλασιαστικά. Αυτό είναι το μυστικό, όπως και κάθε δικτύου και κάθε σχέσης που αναπτύσσεται μέσα σε ένα τέτοιο.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Low - Ones and Sixes


Ήθελα να είμαι περισσότερο αυτοβιογραφικός σχετικά με τον καινούριο δίσκο των Low. Καταρχήν άκουσα σε ραδιοφωνική εκπομπή το No Comprende και ενώ μου άρεσε δεν μου κίνησε παραπάνω την περιέργεια. Τους Low τους ήξερα μεν αλλά δεν είχα ασχοληθεί καθόλου μαζί τους στο παρελθόν. Τη δεύτερη φορά που άκουσα το ίδιο τραγούδι τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχε προηγηθεί η αμηχανία των γεγονότων του Παρισιού και η ακρόασή του με συντόνισε αμέσως συναισθηματικά με το μελαγχολικό mood των ημερών. Κάθε ακρόαση δυνάμωνε αυτό το συναίσθημα, κάτι που κανένα τραγούδι φέτος δεν κατάφερε.

Στη συνέχεια άκουσα ολόκληρο το Ones and Sixes το οποίο μετά από μερικές ακροάσεις βρήκε εκείνη τη θέση μέσα μου στην οποία κανένας άλλος δίσκος δεν σταμάτησε εκεί. Σαν ένα εξάρτημα μηχανής που κάνει "κλικ" και αμέσως όλα αρχίζουν να λειτουργούν. 'Ετσι "κάθισε" και το Ones and Sixes ώστε η συναισθηματική μηχανή του σώματος άρχισε να παράγει αγαλλίαση και αναστάτωση, ζεστασιά αλλά και παγωμάρα, αισιοδοξία και μοναξιά μαζί. Ως γνωστό η μουσική που κινείται στους ακραίους πόλους των συναισθημάτων σε κρατάει δέσμιο στο σύμπαν της για καιρό. Δε σου δίνει αμέσως τις απαντήσεις και γι'αυτό δε ξεμπερδεύεις εύκολα μαζί της.

Όχι ότι οι Low στον ενδέκατο αισίως δίσκο τους σε μπερδεύουν. Κάθε άλλο μάλιστα. Από το εναρκτήριο Gentle μέχρι το κλείσιμο με το DJ, το Ones and Sixes ρέει αβίαστα και απολαυστικά. Κάθε τραγούδι του είναι ένα μικρό σιωπηλό classic, αν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο για ένα γκρουπ με φανατικούς φίλους που έχουν τους περισσότερους δίσκους τους πολύ ψηλά. Ωστόσο, όχι μόνο ο γραφών, που δεν έχει έρθει σε επαφή με παλαιότερες κυκλοφορίες τους, αλλά και παλαιότεροι ακροατές (δες τα σχόλια στο you tube και θα καταλάβεις) αμέσως καταλαβαίνουν ότι εδώ μέσα κάτι μεγαλύτερο γίνεται.
Και αυτό που γίνεται είναι ότι το χάρισμά των Low στο να γράφουν όμορφα κομμάτια συναντιέται με εκείνη την μοναδική συμπαντική φώτιση που κάθε τόσο αγγίζει μια μπάντα και κυκλοφορεί έναν μεγάλο δίσκο. Όπως είναι και το Ones and Sixes. Είναι πραγματικά περιττό να αναφερθεί κανείς σε τραγούδια που ξεχωρίζουν εδώ μέσα. Από το εναρκτήριο κλειστοφοβικό Gentle, το συγκλονιστικό No Comprende με τα αργόσυρτα τύμπανά, την απειροελάχιστη παύση κάπου εκεί στη μέση και την αλλαγή του ρυθμού και των διαθέσεων στη συνέχεια, το καθηλωτικό Congregation (ορισμός του slowcore, υποείδους που αναφέρεται στους Low και στα αυτιά μου τουλάχιστον μεταφράζεται ως "αργή και μινιμαλιστική εκτέλεση του indie rock των 90s"), έως το ονειρικό Landslide και το ποπίζον What Part of Me, οι Low κάθε φορά καταφέρνουν να κεντρίζουν το ειλικρινές συναίσθημα χωρίς να γίνονται βαριοί και ασήκωτοι ή αφόρητοι.

Η μουσική των Low είναι σιωπηλή. Μπορείς να ακούσεις τη σιωπή πίσω από το μετρονόμο που κρατάει αργό τον ρυθμό. Ταυτόχρονα όμως έχει μεγάλη ένταση που την ακούς να απελευθερώνεται στην ειλικρίνεια των δύο ερμηνευτών, στον απόηχο ενός διάττοντος  κιθαριστικού θόρυβου, στην  ολοζώντανη ηχογράφηση των τραγουδιών (οι Low χρησιμοποιούν σαν στούντιο μια εκκλησία που έχουν νοικιάσει γι' αυτόν τον σκοπό).  Παντού μπορείς να εντοπίσεις ένα απειροελάχιστο οργανικό ριφάκι, μια στιγμιαία σιωπή που μετατρέπεται σε θόρυβο, ένα ερημικό τύμπανο, μια κραυγή και έναν ψίθυρο, όλα αυτά που δίνουν διαφορετικό χρώμα και ένταση στη μουσική τους.
Όσον αφορά επιρροές και συγκρίσεις, αν είναι απαραίτητο να μιλήσει κανείς για τέτοιες όταν ένα συγκρότημα σαν και αυτό έχει το δικό του ήχο-σήμα κατατεθέν, μπορεί κανείς να βρει ομοιότητες με την μελωδική country τραγουδοποιΐα των Cowboy Junkies, την κιθαριστική αντίληψη των Red House Painters (δεν είναι τυχαίο ότι έχουν περιοδεύσει με τον Mark Kozelek, ιθύνων νου των τελευταίων στο παρελθόν) αλλά και την μινιμαλιστική post-rock ατμόσφαιρα των συγκροτημάτων της Kranky Records δύο δεκαετίες τώρα, στο όχημα της οποίας ανέβηκαν και οι Low για να κυκλοφορήσουν δύο δίσκους παλαιότερα.

Μετά τους Antlers που πέρυσι πέτυχαν να συνδυάσουν τις ατμόσφαιρες του post rock με την συναισθηματική ερμηνεία του τραγουδιστή τους, την σκυτάλη σε αυτό τον ήχο παίρνουν οι Low. Με τους γεμάτους  πίστη, αλήθεια και στοχασμό στίχους τους σε καθηλώνουν από την αρχή μέχρι το τέλος. Αν δε πιστεύετε εμένα, δείτε τις λίστες με τους δίσκους της χρονιάς που σκάνε σιγά σιγά...

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

SERPENT POWER - S.P.


Οι Serpent Power είναι ένα νέο γκρουπ που γεννήθηκε μετά από την σύμπραξή δύο μουσικών που έγιναν γνωστοί από τις μπάντες στις οποίες συμμετείχαν και με τις οποίες έκαναν μεγάλη επιτυχία στο βρετανικό νησί την τελευταία δεκαετία και βάλε. Ο λόγος γίνεται για τον Ian Skelley, τον έναν αδερφό ιθύνων νου των The Coral (ο άλλος είναι ο James Skelley),και τον Paul Molloy, βασικό μέλος των The Zutons. Οι δύο μουσικοί βρήκαν πολλά κοινά και αποφάσισαν να πορευτούν μαζί για το καλό το δικό τους αλλά από ότι φαίνεται και για το δικό μας.

Έτσι λοιπόν φέτος κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο τους από τη νεοσύστατη εταιρεία Skeleton Key Records, πίσω από την οποία κρύβονται τα δύο αδέρφια Skelley που αποφάσισαν να κυκλοφορούν όποια μουσική τους αρέσει χωρίς κανένα ταμπού, όπως οι ίδιοι λένε στο site της εταιρείας. Μερικά από τα ονόματα που εμφανίζονται τον τελευταίο χρόνο είναι αυτά των James Skelley and the Intenders, Neville Skelley (κάποιος συγγενής ίσως;), Ian Skelley (ως σόλο), The Sundowners, καθώς και ο τελευταίος δίσκος των The Coral με τίτλο The Curse Of Coral (πρόκειται για παλαιότερα ηχογραφημένα τραγούδια που κυκλοφόρησαν πέρυσι).
Όλα αυτά δίνουν έξτρα ενδιαφέρον στην απόπειρα ακρόασης του Serpent Power, ο ήχος του οποίου δε διαφέρει και πολύ από αυτόν που έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει στους δίσκους των The Coral. Βρετανική ποπ της δεκαετίας του 60 και του 70, με μία κλίση προς την ψυχεδελική εκδοχή της, όταν γνώριζε μεγάλες στιγμές με την βρετανική διείσδυση στις ΗΠΑ. Τα διπλά μελωδικά φωνητικά από τους Skelley και Molloy είναι το χαρακτηριστικότερο στοιχείο όλων σχεδόν των κομματιών. Μελωδίες που οι δημιουργοί τους τις έχουν στο τσεπάκι τους και παραπέμπουν απευθείας στο White Album, το Disraeli Gears, το Piper at the Gates of Dawn και ο κατάλογος συνεχίζεται. Όλες περασμένες από το μοναδικό ψυχεδελικό χρώμα των έμπειρων μουσικών, που πότε έχει ανατολίτικες και άλλοτε απόκρυφες ακόμα και horror αποχρώσεις, πάντα όμως με μια λεπτή (και τόσο βρετανική) αίσθηση του χιούμορ.

Πάρε παραδείγματος χάριν τα βιντεοκλίπ που έχουν γυριστεί για τρία τραγούδια του δίσκου, τα Last Ape in Space, Vampire For Your Love και Lucifer's Dream Box. Στα δύο πρώτα φανταστικά πλάσματα παρελαύνουν σε διαστημικό φόντο με τα μέλη της μπάντας, κωμικές καρικατούρες, να πραγματοποιούν περάσματα σαν κοσμικοί ταξιδευτές του σύμπαντος. Στο τρίτο, ένα κάρο απόκρυφα κλισέ, σταυροί, βρικόλακες, τάφοι, western μετωπικά χτυπήματα και άλλα, ανασύρονται για να παρουσιάσουν σε b-movie την μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ των πρωταγωνιστών Skelley και Molloy.
Όσον αφορά τα τραγούδια αυτά καθαυτά, το Serpent Power είναι πλουσιότατο. Άμεσες jangle pop καταθέσεις για να τις αλείψεις πάνω στο πρωινό σου βούτυρο (Candyman, Killer Cherry Pie, Life is A Ball), ), up tempo ψυχεδελοπόπ για να χορέψεις πριν την απογευματινή ή βραδινή σου έξοδο (Last Ape In Space, Vampire of Your Love, Serpent Power), αφοπλιστικές μπαλάντες βγαλμένες από μεγάλες πένες (Dr. Lovecraft's Asylum, The Siren) και για το τέλος η συγκλονιστικότερη στιγμή του δίσκου (και για τον γράφοντα ίσως ολόκληρης της μουσικής χρονιάς), το Lucifer's Dream Box, ένα κομμάτι που αν βρισκόταν σε δίσκο των Cream 45 χρόνια νωρίτερα, σήμερα θα θεωρούταν κλασικό.

Συμπερασματικά, στο ντεμπούτο των Serpent Power δε θα συναντήσεις φαζαριστές κιθάρες αλά Ty Segall, ούτε υπνωτικές επαναλαμβανόμενες μελωδίες αλά Black Angels. Η ψυχεδέλεια που υπηρετούν οι S.P. είναι εκείνη που εξυμνήθηκε από την χρυσή εποχή της βρετανικής ποπ των 60s και που κάθε τόσο ένα νέο γκρουπ αποφασίζει να φέρει στο προσκήνιο. Όταν αυτό μάλιστα κουβαλάει το βάρος των μουσικών που αναμιγνύονται στο εγχείρημα Serpent Power, τότε μπορούμε να μιλάμε για ένα δίσκο με διαχρονική αξία.

Υ.Γ. Δύο μέρες αφότου γράφτηκε το παραπάνω κείμενο, λαμβάνω newsletter στο inbox μου που με ενημερώνει ότι τον προσεχή Μάρτιο οι The Coral κυκλοφορούν το νέο τους δίσκο. Προσκυνάω...

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

WILCO - STAR WARS



Wilco, εξώφυλλο με μια ομορφούλα γάτα μπροστά από ένα μάτσο τριαντάφυλλα, φόντο σκέτο σκούρο μαυρομπλέ και τίτλο Star Wars. Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το The Whole Love που περιείχε μερικές αξιόλογες στιγμές και εκτιμήθηκε αρκετά από τους κριτικούς. Χρόνος αρκετός για να μεστώσουν οι νέες ιδέες του Jeff Tweedy (που στο μεταξύ έκανε παραγωγή σε δίσκους των Low, Mavis Staples, Richard Thompson κ.α.)και της παρέας του ώστε να παραδώσει ακόμα ένα σπουδαίο δίσκο στη σειρά δίσκων που φαίνεται θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμα. Βλέπετε η παρέα αυτή γουστάρει να φτιάχνει τραγούδια, να λέει ιστορίες, να πειραματίζεται κρατώντας όμως πάντα για παρανομαστή μια καθαρόαιμη rock n' roll αισθητική στο τελικό δημιούργημα.

Τι μας προσφέρουν λοιπόν οι Wilco στο Star Wars που αξίζει να συνεχίζει κανείς να τους παρακολουθεί εν έτη 2015; Καταρχάς ορισμένα πολύ όμορφα τραγούδια. Πάρε π.χ. το More που δε μπορεί παρά να γίνεται άμεσα κτήμα σου και να τραγουδάς το ρεφραίν του όλη τη μέρα. Ή το The Joke Explained με την up tempo χορευτική διάθεση και τις μπριόζες κιθάρες του. Classic Wilco κομμάτι και το Taste the Ceiling με την οικεία ταξιδιάρικη μελωδία του.
 Έπειτα, απολαυστικές γρατσουνιστές (και όχι μόνο) κιθάρες στο ύφος του Lou Reed, του Stephen Malkmus και του Thurston Moore όταν όλοι αυτοί μεγαλουργούσαν. Κιθάρες που δεν επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο καταντώντας εμμονοληπτικές αλλά που εξερευνούν τις δυνατότητες που υπάρχουν στο να υποστηρίξουν την άψογη rock 'n roll τραγουδοποιΐα του Jeff Tweedy. Βέβαια, με βιρτουόζους κιθαρίστες όπως ο Nels Cline δεν μπορείς να περιμένεις κάτι λιγότερο.

Τέλος, το Stars Wars καταφέρνει να επικαιροποιεί ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια του γκρουπ, που δεν είναι άλλο από τον απρόβλεπτο συνδυασμό στρωτών μελωδιών και κιθαριστικών παρεκτροπών. Ένα παιχνίδι που φαινόταν να το είχαν ξεχάσει μετά το πειραματικό (και βραβευμένο με δύο βραβεία Grammy) A Ghost Is Born του 2004 και την σχετική ησυχία των Sky Blue Sky του 2007 και του ομώνυμου (Wilco) του 2009, αλλά επανήλθε με το The Whole Love to 2011 για να ξεδιπλωθεί ακόμα πιο πολύ στον φετινό δίσκο. Πάρε π.χ. το Pickled Ginger και το αμέσως επόμενο στη σειρά Where Do I Begin όπου από τη μέση και μετά απελευθερώνουν όλη την ένταση που συγκρατούν στο στρωτό πρώτο μισό τους. Γενικά από κομμάτι σε κομμάτι το μουσικό στυλ αλλάζει χωρίς να γίνεται η ακρόαση κουραστική ούτε λεπτό.
Με αυτό τον τρόπο στη σύντομη σχετικά διάρκεια του ένατου αισίως άλμπουμ τους (διαρκεί μόλις 33 λεπτά), μπορεί κανείς να συναντήσει όλα όσα έχει αγαπήσει στους Wilco μέχρι σήμερα. Ήρεμες folk στιγμές με ψιθυριστές εκμυστηρεύσεις από τον Jeff Tweedy, indie rock κιθαριστικά κρεσέντα, όμορφες κλασικές μελωδίες, όλα αυτά με μια 70s pub rock αντίληψη που φαντάζει τόσο διαβολεμένα φρέσκια εδώ μέσα.



Δημοσιεύτηκε στο www.presspop.gr