Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Το playlist της εκπομπής του Σαββάτου 27/9/2014


MANIC STREET PREACHERS – DREAMING OF A CITY (HUGHESKOVA)
THE SMASHING PUMPKINS – PUG
MBV – WHO SEES YOU
PROPER ORNAMENTS – SUN
JESUS AND MARY CHAIN – HOLE
TY SEGALL – IT’S OVER
PARQUET COURTS – BLACK AND WHITE
X – MOTEL ROOM IN MY BED

ST. VINCENT – RATTLESNAKE
DAVID BOWIE – BEAUTY AND THE BEAST
ARIEL PINK’S HAUNTED GRAFFITI – L’ESTATE
CAN – SPOON
GOAT – DET SOM ALDRIG FORANDAS DIARABI
GORKY’S ZYCOTIC MUNCY – MINIATURE KINGDOMS
BITTERSWEET – TWO STEPS BACK

LANA DEL REY – ULTRAVIOLET
ECHOBELLY – DARK THERAPY
VERONICA FALLS – COME ON OVER
VIOLENS – UNFOLDING BLACK WINGS
PLUTO – LONG WHITE CROSS
MANCHESTER ORCHESTRA – CHOOSE YOU
L.O.S.T. – LACK OF LOVE

WAR ON DRUGS – AN OCEAN IN BETWEEN THE WAVES
KURT VILE – JESUS FEVER
DANIEL LANOIS – THE MAKER
PRETENDERS – NOTHING BREAKS LIKE A HEART
ANNE CLARK – ELEGY FOR A LOST SUMMER
M83 – KIM AND JESSY

και μια μικρή ιστορία πίσω απο ένα τραγούδι,

Πριν δύο δυόμιση χρόνια άκουγα την εκπομπή του Χρήστου Συρίμπεη στον mojo radio και εκείνην την ημέρα είχε κάποια παιδιά στο στούντιο. Είχα σιγανά την ένταση αλλά μπόρεσα να πιάσω κάποια ευχάριστα κιθαριστικά ριφάκια, ωραία κοψιματάκια και γέφυρες, λυτρωτικά ρεφραίν, αλλαγές από surf punk σε nu metal και από pop σε alternative rock. Ενθουσιάστηκα και δυνάμωσα λιγάκι. Εκείνη την περίοδο θυμάμαι δεν έβγαινε και πολλή καλή νέα μουσική και δίψαγα για κάτι ολοκαίνουριο και καλό. Ο Συρίμπεης ρώταγε το ένα παιδί πόσο χρονών ήταν για να πάρει την απάντηση 17 και να αρχίσει να δικά του...Ήταν οι L.O.S.T. , παιδιά από την Πάτρα που τους είχα πάρει χαμπάρι από κάποιο demo που είχαν αφήσει στο στούντιο του σταθμού και το είχα παίξει κάποτε.
Αφού εκδήλωσα στον Χρήστο την συμπάθειά μου για το γκρουπ, ύστερα από όχι και πολύ καιρό ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί ένα schoolwave festival στην Πάτρα. Ο Χρήστος με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να φιλοξενήσω τους L.O.S.T. στην εκπομπή μου με αφορμή την εμφάνισή τους στο schoolwave. Τα παιδιά ήρθαν, γνωριστήκαμε, παίξαμε μουσικές, ήπιαμε ουισκάκι, μιλήσαμε στο μικρόφωνο και γενικά ήταν ωραία φάση.
Πριν μια εβδομάδα καθώς ανηφόριζα την Αγίου Νικολάου κατευθυνόμενος στην οικία μου βλέπω συνωστισμό και φασαρία στο πάνω μέρος όπου βρίσκεται το Fifty Fifty. Σταματάω να δω και βλέπω τα παιδιά να χτυπιούνται με πάθος και τον υπόλοιπο κόσμο αναψοκοκκινισμένο. Εγώ ήμουν απορροφημένος ακόμα από τη δουλειά μου και ένιωθα σε κάποια απόσταση από το συμβάν. Βάζω μια δυνατή φωνή LOOOOOOOOOOOOOOOST περισσότερο για να ξυπνήσω εγώ παρά για να με ακούσουν αυτοί. Γύρισαν κάποιοι όμως και μιλήσαμε. Είχαν να παίξουν από τότε, δύο χρόνια πριν. Τα τραγούδια τους ακόμα περιμένουν να κυκλοφορήσουν. Θαρρώ πως αν ζούσαν στο Αμέρικα θα είχαν γίνει διάσημοι. Κρίμα. Χάρηκα πάντως που το συνεχίζουν το πράγμα.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Το Playlist της εκπομπής 20/9/2014

Με τη σειρά έπαιξαν:

MANIC STREET PREACHERS - DREAMING OF A CITY (HUGHESKOVA)
MAGAZINE - DEFINITELY GAZE
DAVID BOWIE - JOE THE LION
ROXY MUSIC - ALL I WANT IS YOU
SIOUXSIE AND THE BANSHEES - HAPPY HOUSE
VERONICA FALLS - COME ON OVER
PROPER ORNAMENTS - STEP INTO THE COLD

JAMES - WALK LIKE YOU
ARCADE FIRE - AFTERLIFE
THE WAR ON DRUGS - RED EYES
ARIEL PINK'S HAUNTED GRAFFITI - LIVE IT UP
ST. VINCENT - DIGITAL WITNESS
FUTURE ISLANDS - SPIRIT

LANA DEL RAY - ULTRAVIOLENCE
CAT POWER - 3 6 9
JACK WHITE - I THING I FOUND THE CULPRIT
NICK WATERHOUSE - SLEEPING PILLS
THE DONKEYS - LOWER THE HEAVENS
CAN - TANGO WHISKEYMAN
SONIC YOUTH - SUPERSTAR

BAD BAD NOT GOOD - TRIANGLE
IRON AND WINE - LOVER'S REVOLUTION
THE BLACK KEYS - WAITING ON WORDS
ARCTIC MONKEYS - FIRESIDE
TRICKY - PUPPY TOY
VISTA CHINO - SWEET REMAIN
QOTSA - I SAT BY THE OCEAN
MANIC STREET PREACHERS - MAYAKOVSKY

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

ST. VINCENT - ST. VINCENT


ST. VINCENT – St. Vincent

Η ιδέα να γράψω ένα κείμενο αφιερωμένο στο νέο δίσκο της St. Vincent (Annie Clark το κανονικό της όνομα) πέρασε από το μυαλό μου όταν άρχισαν να σχηματίζονται στο νου μου διάφορες εκφράσεις – χαρακτηρισμοί του είδους «πραγματική εναλλακτική ποπ» ή «η δυσκολία του ταμπελιστή (αυτού που βάζει εύκολα ταμπέλες στα διάφορα είδη της μουσικής) ή «ερμαφροδιτισμός και ευαισθησία» ή ακόμα «δεξιοτεχνικές ακροβασίες από το ένα είδος της σύγχρονης ποπ στο άλλο» και άλλα τέτοια λεκτικά σχήματα. Σχήματα που όσο δύσκολο είναι να γίνουν κατανοητά εξαρχής, άλλο τόσο παρακινδυνευμένο είναι να εξηγηθούν με βάση τη μουσική που υπάρχει στο 4ο ομώνυμο άλμπουμ της αμερικανής καλλιτέχνιδας. Πόσο μάλλον όταν ο γραφών δεν συνδέεται τόσο ακουστικά και βιωματικά με τις συγκεκριμένες «μοντέρνες» τάσεις της ποπ. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η δυσκολία της περιγραφής είναι που τον εξιτάρει να βρει τις λέξεις που να περιγράφουν τα γεφυρώματα που επιχειρεί η St. Vincent σε όλες τις τάσεις της σύγχρονης ποπ έτσι ώστε να παραδίδει ένα προοδευτικό άλμπουμ τόσο άμεσο (sic) στον ακροατή όσο ένα Ege Bamyasi, ένα Heroes ή ακόμα και ένα Reflektor.   

 
Το bio της St. Vincent άνετα την κατατάσσει στις ντίβες της σύγχρονης ποπ. Από μέλος της κολλεκτίβας των Polyphonic Spree σε περιοδεύον μέλλον της μπάντας του Sufjan Stevens στην μετά Illinoise εποχή. Από συνεργασίες με Bon Iver και David Byrne (με τον οποίο κυκλοφόρησε μαζί κανονικό άλμπουμ το 2012 με τίτλο Love This Giant) στο άνοιγμα συναυλιών για τους Arcade Fire και στην συμμετοχή της ως frontwoman των Nirvana για το live της εισόδου τους στο Rockn roll Hall of Fame. Από την ελπιδοφόρα αρχή του Marry Me το 2007 στην καθολική αποδοχή του Strange Mercy του 2011 και σήμερα στον πιο ολοκληρωμένο δίσκο της καριέρας της. Αυτό βέβαια και πολλά ακόμα μπορεί κανείς να το διαβάσει στα έγκριτα μουσικά μέσα ενημέρωσης αλλά μπορεί να το ακούσει κιόλας στο St. Vincent.

Να ακούσει πως η αμερικανή καλλιτέχνιδα έχει λειάνει τις κοφτερές άκρες των κιθαριστικών ξεσπασμάτων της και τα έχει μετατρέψει σε εύγεστα παιχνιδίσματα. Έχει δώσει περισσότερο χώρο στο χορευτικό ρυθμό δίχως να γίνεται πεζή αφού αυτός συνοδεύεται από φωνητικά, κιθαριστικά και ηλεκτρονικά ρυθμικά παιχνιδίσματα που δίνουν απόλυτο νόημα στον χαρακτηρισμό tribal. Από το ξεκίνημα ήδη με το Rattlesnake και το Birth in Reverse η ρυθμολογική εξωστρέφεια σε κάνει να κουνιέσαι μεν στο ρυθμό να προσπαθείς δε να εκφράσεις με κινήσεις τις μουσικές λέξεις που «ξεστομίζει» η St. Vincent. Και εδώ είναι που μπορεί κανείς να παγιδευτεί από το ύφος της μουσικής αυτής μιας και απαιτεί τη συγκέντρωσή του ακροατή. Δεν είναι εύκολο αυτό που ακούς, δεν χορεύεται όπως τα άλλα. Μπορεί να το απορρίψεις εξαρχής μάλιστα κάτι που δε γινόταν τόσο δύσκολα στο Strange Mercy του 2011.

Αυτό όμως που κάνει η μουσικός στο νέο της άλμπουμ είναι να μην κουράζει με τις εμμονές της. Και πρώτα από όλους τον ίδιο της τον εαυτό. Γι’αυτό ο δίσκος ακούγεται τόσο δικός της όσο και δικός σου προκαλώντας μια ταύτιση που είναι ένα από τα ζητούμενα για τη δημιουργία ενός καλού ποπ δίσκου. Έτσι στη συνέχεια προσφέρει το υπέροχο Prince Johnny που φωνητικά φτάνει στην αμεσότητα και την καθαρότητα μιας Chrissie Hynde. Το Digital Witness (το πρώτο single) που αποτελεί και το πιο ραδιοφωνικό κομμάτι του άλμπουμ με το κολλητικό ρεφραίν (ναι, υπάρχουν μπόλικα τέτοια μέσα εδώ). Το I Prefer Your Love, που σε έναν δίκαιο κόσμο θα ήταν το απόλυτο ερωτικό χιτάκι του καλοκαιριού.

Δε λείπουν βέβαια και οι «στριφνές» στιγμές που αποτελούν το κερασάκι της γοητείας στο γλυκό της St. Vincent. Άκου στο Huey Newton πως η ηρεμία διαδέχεται βαθμιαία τη θύελλα στο πιο προοδευτικό κομμάτι του δίσκου.  Άκου και στο Bring Me your Loves τα ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια να συνομιλούν με τα ζωηρά διπλά φωνητικά σε μια ψυχεδελική γλώσσα που ομιλείται μάλλον σε κάποιον άλλο πλανήτη.

Στιχουργικά, τα τραγούδια φλερτάρουν με το διφορούμενο, όπως ακριβώς δηλαδή και η μουσική. Θέματα που φαινομενικά διαπραγματεύονται όπως ο έρωτας, η απώλεια, η μετάνοια, ο θυμός, η τρέλα, εκφράζονται μέσα από περιγραφές φανταστικών εικόνων και εμπειριών παρά πραγματικών περιστατικών. Η αποκωδικοποίηση δεν είναι πάντα εύκολη σε αυτές τις περιπτώσεις αλλά η τραγουδοποιΐα της St. Vincent σε κάνει να νιώθεις περισσότερο παρά να καταλαβαίνεις τους στίχους. Και αυτό είναι ένα ατού καθώς η καλλιτέχνης σε πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεών της και εσύ απλά επαναλαμβάνεις το ρεφραίν ψιθυριστά ή και δυνατά καθώς περπατάς αμέριμνος στο δρόμο.

Η St. Vincent μπορεί να παίζει θορυβώδεις κιθάρες και ταυτόχρονα να εξυμνεί το electro συνεχίζοντας αυτό που έκαναν οι Garbage στο ντεμπούτο τους ή οι Smashing Pumpkins στο Adore. Μπορεί να συνεχίζει την τραγουδιστική παράδοση των Kate Bush και Tori Amos πάνω όμως σε εντελώς μοντέρνες εκφραστικές βάσεις. Μπορεί να έχει αφομοιώσει τις tribal αρετές του David Byrne, τα ξεχαρβαλωμένα συνθεσάιζερ του Peter Cabriel και τις ατμόσφαιρες του Bowie χωρίς να κρατά ως ευαγγέλιο κανέναν δίσκο των προαναφερθέντων. Συμπερασματικά η St. Vincent καταφέρνει να συνδυάσει αλλόκοτους ρυθμούς και ωραίες μελωδίες ώστε να είναι εναλλακτική και προσιτή ταυτόχρονα.



Δημοσιεύτηκε στο www.presspop.gr

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Επιστροφή στον Mojo!

Ντεμπούτο χθες Σάββατο για 6η συνεχόμενη σεζόν στο ραδιόφωνο του Mojo Radio 107,7 στα ερτζιανά της Πάτρας. Είχα δυόμισι μήνες να κάνω εκπομπή και η ανυπομονησία μου ήταν τέτοια που στο τέλος λάτρεψα την ίδια μου την εκπομπή. Ιδού λοιπόν και το Playlist με τραγούδια εξολοκλήρου (σχεδόν) από φετινές κυκλοφορίες:

KAISER CHIEFS - COMING HOME
MANIC STREET PREACHERS - WALK ME TO THE BRIDGE
THE BLACK KEYS - GOTTA GET AWAY
BARCELONA - SLIPPING AWAY
PAOLO NUTINI - SCREAM
JAMES - MOVIN' ON
DAMON ALBARN - MR. TEMPO
MORRISSEY - WORLD PEACE IS NONE OF YOUR BUSINESS

LANA DEL RAY - ULTRAVIOLENCE
LYKKE LI - NO REST FOR THE WICKED
ST. VINCENT - DIGITAL WITNESS
EMA - SO BLONDE
JOHN FRUSCIANTE - SCRATCH
VILLAGERS OF IOANNINA CITY - NOVA

THE FRESH AND ONLYS - ANIMAL OF ONE
CLIENTELE - WE COULD WALK TOGETHER
LA LUZ - MORNING HIGH
THE PROPER ORNAMENTS - MAGAZINE
THE TEMPLES - THE GOLDEN THRONE
TY SEGALL - THE FAKER
JACK WHITE - HIGH BALL STEPPER
KASABIAN - STEVIE

WAR ON DRUGS - AN OCEAN IN BETWEEN THE WAVES
EELS - MISTAKES OF MY YOUTH
BECK - BLACKBIRD CHAIN
ST. VINCENT - PRONCE JOHNNY
MANIC STREET PREACHERS - DIVINE YOUTH (DEMO)
THE PROPER ORNAMENTS - YOU SHOULDN'T HAVE GONE

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

THE PROPER ORNAMENTS - WOODEN HEAD


THE PROPER ORNAMENTSWOODEN HEAD

 Όπως ακριβώς το λέει το όνομά τους, αληθινά κοσμήματα είναι αυτά τα 14 κομμάτια που απαρτίζουν το επίσημο ντεμπούτο των βρετανών The Proper Ornaments. Το Wooden Head κυκλοφορεί από τη Slumberland Records (μια από τις πιο ενδιαφέρουσες indie εταιρείες στις ΗΠΑ αυτή την στιγμή, με κυκλοφορίες μεταξύ άλλων από Girls Names, Veronica Falls, The Pains of Being Pure At Heart, Violens) και έρχεται να ακολουθήσει τα πολλά υποσχόμενα singles που εξέδωσαν μέχρι σήμερα οι P.O. Ειδικά το Waiting For The Summer (μέσα από την ομώνυμη συλλογή που κυκλοφόρησε η μπάντα πέρυσι από την ανεξάρτητη Lo Recordings) είναι ένας ύμνος της γλυκιάς νωχελικής indie pop και συνόδευσε την ανυπομονησία του γραφόντος για το καλοκαίρι του 2014. Τώρα είναι τυχαίο που το Wooden Head κυκλοφορεί μήνα Ιούλιο και περιλαμβάνει κομμάτι με τον τίτλο Summers Gone;
 

 Όπως και να ναι οι P.O. είναι ρομαντικοί, αγαπάνε τα ηλιοβασιλέματα και νοσταλγούν καλοκαιρινούς έρωτες. Αυτό είναι το ένα πρόσωπό τους που τους βρίσκει άξιους συνεχιστές της βρετανικής κιθαριστικής ποπ μπαλάντας, από τους The Shadows μέχρι τους Arctic Monkeys. Το άλλο πρόσωπο τους είναι πιο ηλεκτρισμένο και είναι αυτό που ντύνονται τις indie κιθάρες και τις βάζουν να οργιάσουν λιγάκι (να ζωγραφίσουν καλύτερα). Έτσι από τη μία αναπαράγουν το psych pop (που είναι και της μόδας τελευταία) έτσι όπως το λάνσαραν οι The Byrds και την twee pop έτσι όπως την αποδίδουμε σήμερα στους The Kinks. Από την άλλη αναπαράγουν τον βελβετικό θόρυβο στην πιο Ride (ή μήπως Jesus And Mary Chain;) εκδοχή του.  

 Βεβαίως οι διάφορες εκδοχές αναμιγνύονται δίνοντας διαμαντάκια του είδους όπως το Step Into the Cold με τις κλασικοροκάδικες κιθάριστικές πινελιές να αποδεικνύουν ότι το γκρουπ δε λειτουργεί με indie παρωπίδες, ή το Magazine που φέρνει στο έντονα στο μυαλό τους Veronica Falls (κάτι που δεν είναι τυχαίο μιας και ο ένας εκ των δύο μελών (James Hoare) είναι μέλος και των προαναφερθέντων.

 Συνολικά οι Proper Ornaments δημιουργούν ένα άλμπουμ που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος ακούραστα. Σε αυτό βοηθά και η ακατέργαστη πλην πεντακάθαρη ζωντανή παραγωγή που δίνει μια οικειότητα και έναν νεανικό αυθορμητισμό. Οι P.O. δεν επανακαλύπτουν την κιθαριστική ποπ ούτε την ανανεώνουν. Οι συνθέσεις τους είναι όσο πιο απλές γίνεται, τόσο για να αναδειχτεί η απλή εντέλει ομορφιά της ποπ μουσικής.

 Δημοσιεύτηκε στο www.presspop.gr

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

MANIC STREET PREACHERS - FUTUROLOGY


MANIC STREET PREACHERSFUTUROLOGY

 
Ποιος θα το περίμενε εν έτει 2014 ότι οι Manics θα κυκλοφορούσαν τον πιο διασκεδαστικό ροκ δίσκο της χρονιάς;

Και όμως παρακολουθώντας κανείς την πορεία των βρετανών συνειδητοποιεί ότι έφτασαν ουκ ολίγες φορές τόσο σε εμπορικά όσο και σε καλλιτεχνικά peak κατά τη διάρκεια  της 22ετούς δισκογραφικής τους παρουσίας. Ξεκίνησαν με peak με το χιλιοπαιγμένο Motorcycle Emptiness του 1991, συνέχισαν με peak με το Holy Bible του 1994 (τον πιο αγαπητό δίσκο των πιο παλιών οπαδών τους), ενώ στα μέσα και τέλη των 90ς μας παρέδωσαν δύο δίσκους ορόσημο για την βρετανική ποπ, το Everything Must Go και το This Is My Truth Tell Me Yours. Και ενώ φαινόταν ότι είχε αρχίσει η φθίνουσα πορεία που συμπαρέσυρε όλα τα βρετανικά brit pop γκρουπ των 90s (αν και ποτέ ο ήχος τους δεν συνόδευσε αυτή την ταμπέλα ούτε οι ίδιοι επιδίωξαν να μπουν στο χορό που είχε στηθεί από τα media γύρω από αυτή), to 2001 εκείνοι επιστρέφουν με Let Robeson Sing και Ocean Spray. Η υπόλοιπη δεκαετία κύλησε σχετικά ήσυχα μέχρι που το 2009 παραδίδουν το πιο βρώμικο Journal For Plague Lovers, έναν δίσκο που δικαίως χαρακτηρίστηκε από σχεδόν όλο τον μουσικό τύπο ως ένας από τους καλύτερους εκείνης της χρονιάς. Οι Manics τα τελευταία χρόνια διανύουν περίοδο δημιουργικού οίστρου και ύστερα από τα πιο στρωτά Postcards From A Young Man  του 2010 και το περσινό Rewind your Film, επιστρέφουν πολύ κοντά με τον πιο ευφάνταστο ίσως δίσκο της καριέρας τους. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς όμως οι ιδέες που αναπτύσσονται στο δωδέκατο δίσκο τους Futurology είναι οι πιο τολμηρές που έχουν δοκιμάσει ποτέ.

Είναι εύκολο κανείς να διαφωνήσει με τα παραπάνω αν σταθεί στα πρώτα κομμάτια του δίσκου και δεν διαθέσει το χρόνο να φτάσει μέχρι το τέλος των 13 (16 με τα επιπλέον του bonus cd) τραγούδια του Futurology. Και τούτο διότι τα πρώτα στη σειρά εύκολα singles κράχτες (Walk Me To The Bridge, Futurology) που είθισται να κυκλοφορεί το γκρουπ δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως την ουσία του δίσκου. Πρέπει κανείς να φτάσει στον αριθμό νούμερο 6 για να απορήσει πως οι βρετανοί σκαρώνουν τέτοιας εκπληκτικής απλότητας και γοητείας ποπ κομψοτεχνήματα (ειδικά στην demo εκτέλεση του Divine Youth μπορεί κανείς να ανακαλέσει στην φλεγματική τραγουδοποιία του James Dean Bradfield τις δημιουργίες των Felt στα μέσα της δεκαετίας του 80). Χρειάζεται να προχωρήσει στην προοδευτική new wave αρχιτεκτονική του Dreaming a City (Hughesovka) και την ηλεκτρονική αναρχία του Mayakovcky (αμφότερα μουσικά θέματα), όπου θα συναντήσει τους Magazine του Real Life να κλείνουν το μάτι στους Hawkwind των αρχών των 70s για να απογειώσουν τον ήχο του γκρουπ. Εδώ ο ηλεκτρισμός (πες το πρώιμη electronica ή kraut rock) δεν αποκτά νέες διαστάσεις αλλά επιστρέφει στις ρίζες του, δίνοντας μια αίσθηση ανακουφιστικής αναγνωρισιμότητας για τις θύμησες από το παρελθόν αλλά και παρόμοιας έκπληξης για το πόσο ευρηματικά εκδηλώνονται αυτές στο παρόν.

Δεν μπορεί έπειτα κανείς να μην σταθεί στο ρετρό πέρασμα του «Sex Power Love and Money” που φέρνει στο μυαλό τους Blur της Parklife περιόδου, κάνοντάς σε να αναρωτηθείς αν τελικά αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι προαναφερθέντες δοξαστές της brit pop για τους επόμενους δίσκους τους (αναφέρομαι στην πειραματική τους στροφή στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 90), το πετυχαίνουν καλύτερα οι πάλαι ποτέ ανταγωνιστές (αν και ουδέποτε τιμητές της ταμπέλας brit pop) Manics 15 και βάλε χρόνια μετά.

Κατά τα άλλα και για να μην τους παρεξηγήσει κανείς διαβάζοντας αυτή την κριτική, ο βασικός σκελετός του Futurology αποτελείται από τη γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή. Ορθόδοξα μελωδικά τραγούδια με τη φωνή του Bradfield (αλλά και με εύστοχες συνεργασίες) μπροστά και τους στίχους να δίνουν το γνωστό κοινωνικοπολιτικό στίγμα.

Τέλος, εκπλήξεις επιφυλάσσουν και τα 3 επιπλέον τραγούδια του bonus cd, όπως για παράδειγμα το «The Last Time I Saw Paris” με τη σαγηνευτική φωνή της αγνώστου ταυτότητας ερμηνεύτριας (ίσως πρόκειται για τη Nina Hoss που επενδύει φωνητικά και το "Europa Geht Durch Mich") να δένει το γαλλικό στίχο όμορφά στην απλή αλλά πανέμορφη μελωδία του κομματιού.

Αυτά και πολλά άλλα μπορεί κανείς να επισημάνει για ένα album που το διατρέχει μια συνεκτική ακτίνα παραγωγής τέτοιας έντασης που οι φωτοσκιάσεις του ήχου πότε παραμένουν ένα ικανοποιητικό υπόστρωμα για τις κεντρικές μελωδίες και άλλοτε εκδηλώνονται έμπροσθεν με ηλεκτρονικές, πιανιστικές, κιθαριστικές και άλλες ενορχηστρωτικές κορυφώσεις.

Συμπερασματικά, το Futurology είναι ένας ευφάνταστος και περιπετειώδης δίσκος που θα αφήσει ένα αμυδρό αλλά πειστικότατο χαμόγελο ικανοποίησης στους οπαδούς του βρετανικού ποπ και ροκ. Θα ανανεώσει επίσης το ενδιαφέρον των παλαίμαχων αλλά και θα δώσει ώθηση στους νεότερους για άρτιους rockn roll δίσκους και όχι αποσπασματικές στιγμές, άστοχα στοιβαγμένες σε ένα σύνολο υπό τον όρο album. Και όσον αφορά το Futurology μιλάμε για ένα album με τα όλα του.

δημοσιεύτηκε στο www.presspop.gr